ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1941
Μετρώ τα
χρόνια που περνούν
και φεύγουν από εμένα
και φεύγουν σαν όνειρα
γλυκά και μαγεμένα.
Και, μήπως, ξέρω σίγουρα
τo πόσo θε να ζήσω;
Μπορεί και τούτη τη στιγμή
Που γραφώ για να σβήσω.
Μου’ ρχεται χθες γεννήθηκα,
Χθες πήγα στο σχολειό,
Χθες στο ημιγυμνάσιο,
Που ήταν μεγαλείο.
Σαν χθες ήμουν στο Στρατό
Με το βαθμό «Λοχίας»
Και χθες αιχμάλωτος των Ναζί
σε χώμα Βουλγαρίας.
Εκεί κρεμμύδι έφαγα,
ωμό, χωρίς ψωμάκι,
κι ένοιωσα την γλώσσα
μου
πικρή σαν το φαρμάκι.
Ωμη πατάτα έφαγα,
Μια άλλη μέρα
Και διπλά το σκυλόδοντο
Μου‘ τοίμαζε φοβέρα.
Σκυλόδοντο το Βούλγαρο,
αδέλφια μου, ονομάζω
Κι ακόμη μπρος μου τον θωρώ
Κι εκδίκηση του τάζω.
Άοπλος, απροστάτευτος
Καθόμουνα στη μάντρα,
γι’ αυτό ήλθε ο αμόρφωτος
και μου’ κανε τον άνδρα.
Πλησίασα τα σύρματα,
Με άλλους στη γραμμή,
Που οι γυναίκες άρχισαν
Και μοίραζαν ψωμί.
Σα μυροφόρες φάνταζαν
πάγκαλες Νηρηίδες
φλέβα Ελλήνων θα’ χανε
και ήταν ηρωίδες.
Δεν πρόλαβα, όμως, παιδιά
Δυο βήματα να κάνω
Και σφαλιάρα δέχτηκα γερή
Στο μάγουλο μου επάνω.
Ετρίκλησα για μια στιγμή
Να πέσω εις το χώμα,
Αλλά μου φώναξε η καρδιά
«βαστώ γερά ακόμα»
Σφίξε τα δόντια, μου μιλά,
Και κάνε υπομονή
Να ζήσεις για να δεις κι εσύ
Τη Νίκη την τρανή.
Εκείνη, όμως, τη στιγμή
Η θεια δίκη φθανει
Και παρ’ ολίγ’ ο ο Γερμανός
Το φταίχτη να ξεκάνει.
Απ’ τα μαλλιά τον άρπαξε,
Στο χώμα τον πατούσε
Και, με ματάρες άγριες,
Επάνω του θωρούσε…
Και ξεφωνούσε άγρια
Αποκαλώντας βλάκα
Αυτόν που χτύπησε εμέ,
Τον Έλληνα, τον Πλάκα.
Λοχία, Έλληνα, εσύ
Ο Γερμανός σφυρίζει,
Ούτε στον ύπνο σου να δεις
Και τον εμυκτηρίζει.
Εμέ δες μου πολέμησα
Επάνω στα οχυρά τους
Και είδα στα αδέλφια μου
Τη μαύρη συμφορά.
Σωρός, τρακάδα πτώματα
Σταθήκανε στο χώμα,
Μού ‘ρχεται μπρος μου, τα θωρώ
Και θλίβομαι ακόμα…
Πήγαινε, σκύλε, λούφαξε
Και μη μου στρίψεις μάτι,
θα λιανίσω, άνανδρε,
κομμάτι, κομματάκι.
Αξέχαστα, ανεξίλητα
Αυτά μου μένουν φίλοι
Και καίνε μέσα στη ψυχή
σαν τ’ άγιο το καντήλι.
Ένα δεκαπενθήμερο
Πεινάσαμε αρκετά,
Σαν σκέλεθρα γινήκαμε
Φαντάσματα σωστά.
Τα μάτια μας θαμπώσανε,
δεν βλέπανε μπροστά μας,
αλλά η χάρη του θεού
βρισκόταν μπροστά μας.
Ελεύθερους μας άφησαν
Να’ ρθούμε στην πατρίδα
Και στην ψυχή μας άστραψε
Ολόλαμπρη ελπίδα.
Ούτε το τραύμα τ’ αλαυρό,
Που ξέχασα να γράψω,
-γιατί μήνες ολόκληρους-
Θέλω να περιγράψω.
Το κρύο και την πείνα μου
Που τράβηξα ο καημένος,
Επάνω εις την Τζουμαγιά,
Ως αιχμαλωτισμένος.
Δεν αισθανόμουν τίποτε
Μόνο Μητέρα Ελλάδα
Ποθούσα πάλι για να δω
Την όμορφη αμνάδα.
Που ευλογημένη από το χριστό
Θα μείνει στους αιώνας
Και θα βόσκει στους όμορφους
Και θαυμαστούς λειμώνας.
Ήλθα!.. κι έσκυψα…
Και φίλησα το χώμα,
Το άγιο της πατρίδος μου,
Και γλύκανε το στόμα.
Ήλθε!.. ανέτειλε, παιδιά,
Ροδοβαφής αυγούλα
Και στείλαμε το βάρβαρο
Στου Διαόλου τη μανούλα.
Γεια σου πατρίδα μου γλυκιά,
Ολόλαμπρη πατρίδα,
Που η μόνη είσαι του σύμπαντος
Αστραφτερή αχτίδα.
Για Σε αξίζει ο θάνατος,
Αξίζουνε τα πάθια,
Αξίζει κάτι όμοιο
Με του Χριστού τ’ αγκάθια
Στιχουργήθηκε το 1945 από τον
Απ. Γ.Πλάκα ,
παραχωρήθηκε από τον κ. Κοτρίδη Ηλία
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου