Σάββατο 31 Μαΐου 2014

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΜΑΧΗΤΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ ,ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941


Ένα πουλί που ξέφυγεν από το Νευροκόπι,
Στη Δράμα πήγε κούρνιασε ,στην άκρη στο ποτάμι.
Δεν τραγουδεί δεν κελαηδεί, κι ειν άνοιξη τριγύρα,
μον πίνει κρούσταλλο νερό, να φύγ η φαρμακάδα
μ απ την πολλή  την πίκρα του, πίκρανε το ποτάμι.
Κι εν αηδονάκι πού παιζε,στη φυλλωσιά μιας λεύκας ,
Κοντά του πήγε στάθηκε και τέτοια λόγια  τούπε.
-Πουλί μου, ξενοπούλι μου, τι καίει τα σωθικά σου
Και δε λαλείς δε κελαηδείς, μόνο βαριανασαίνεις;
Έλα κοντά μας, σίμωσε, τι αδέλφι μας λογιέσαι,
Τον πόνο σου μολόγα μας και να τον μοιραστούμε.
-Αηδόνι μου γλυκόλαλο,καλόκαρδό μου αηδόνι,
Μιας και μου καλομίλησες,θα σου καλοξηγήσω,
Για δε λαλώ,δε τραγουδώ τι μαι βαριεστημένο.
Ένα τα Απρίλι αυγινό, τα ολόχαρου τ Απρίλη,
Ήρθανε ξένοι, Γερμανοί, τον τόπο μας να πάρουν.
Κι οι Έλληνες τους είπανε ,κι οι Έλληνες τούς λένε.
-Σα θέλετε τον τόπο μας ,τη γη μας εδική σας,
Εμείς δε σας τη δίνουμε, κι ελάτε πάρετέ την.
Κι ο πόλεμος αρχίνησε, βροντάνε τα κανόνια
Μουγκρίζουνε τα Οχυρά, πέφτουν αστροπελέκια
Αχολογάνε τα βουνά, βογγάνε τα λαγκάδια,
Πήραν φωτιά οι ρεματιές, ο κάμπος τα ρουμάνια.
Σαν το μαθεν ο Χάροντας πολλή του καλοφάνη.
Αρπάζει το δρεπάνι του, το Μαύρο καβαλάει
Κι ανάμεσό τους ρίχνεται σα λιμασμένος λύκος
Και θημωνιάζει αλύπητα κορμιά ανδρειωμένα,
Ως θημωνιάζει ο θεριστής τα γινωμένα στάχυα.
Τρία μερόνυχτα βαστούν, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Σίδερο κάναν τη καρδιά και τον οχτρό κρατούσαν
Και την αυγή την τέταρτη κι ώσπου ναρθεί το δείλι,
Κτύπησαν στα πλευρά οι οχτροί, μπήκαν απ τη Σερβία
Και ήρθε διάτα στα Οχυρά, καταραμένη διάτα,
Να πάψουνε τον πόλεμο, να πάψουν το ντουφέκι.
Εμαύρισεν ο ουρανός  εχάθηκεν ο ήλιος,
Τρέμουν και σειούνται τα βουνά , σταθήκαν τα ποτάμια,
Εβουβαθήκαν τα πουλιά εχάσαν τη λαλιά τους,
τα λούλουδα μαράθηκαν, χάσαν τη μυρωδιά τους
μονάχα δάφνες μείνανε, μυρτιές και ασφοδήλια
που μέστωσαν και θέριεψαν από το αντρικιο γ αίμα.
Κι ένα πουλί, μαύρο πουλί ένα πετροκοτσύφι,
Φτερούγισε και πέταξε στου Λίσσε μια κορφούλα.
Τηράει ένα ολόγυρα, πικρολαλεί και λέει.
-Κρίμα στην κοσμοχαλασιά, στα τόσα παλικάρια
Που πέσανε ανίκητα, αντρίκια πολεμώντας
Τι  πήρανε τα μέρη μας οχτροί αφορεσμένοι.
-Αυτά είδαν τα ματάκια μου κι ακούσανε τα αυτιά μου
Γιαυτό πονώ και δέρνομαι και πικροτυραγνιέμαι,
Είπε και αναστέναξε τα άμοιρο ξενοπούλι.
Τα άκουσεν όλα ο σταυραιτός,που συγνεφοπετούσε
Κι έβγαλε δυνατή φωνή ν ακούσ ο κόσμος όλος.
-Πάψτε ορέ ,τα κλάματα, πάψτε τα μοιρολόγια.
Της λεβεντιάς της πρέπουνε τραγούδια και κλαρίνα.
Κι ένα μονάχα θα σας πω, βάλτε το στην καρδιά σας
Σε μερικά χεινόπωρα δικά μας πάλι θα  ναι.

                                                                               
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ  

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Η Ελλάδα προκαλεί τον θαυμασμό όλων





Σύμφωνα με καταγραφές ακόμα και οι Γερμανοί παραδέχονται την ανδρεία και το ύψιστο ηρωικό και αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων:

«Τα επιτιθέντα συντάγματα είχαν ήδη πείραν διασπάσεως ωχυρωμένων γραμμών εκ προηγουμένων εκστρατειών, εις τας οποίας είχον λάβει μέρος. Οι Έλληνες όμως φρουροί των οχυρών ημύνθησαν παρά τα φλογοβόλα και τας χειροβομβίδες, μετά σκληρού φανατισμού, ανάλογον του οποίου δεν είχον συναντήσει οι Γερμανοί στρατιώται εις ουδεμίαν των προηγουμένων εκστρατειών των. Εφ’ όσον και εις ακόμη στρατιώτης ηδύνατο να παραμείνει εις το οχυρό του, επυροβολεί».
Από το άρθρο «Οι ανδρείοι Έλληνες» του στρατηγού Πάουλ Χάσσε σε γερμανική εφημερίδα.     


«Η ιστορική δικαιοσύνη, με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι από όλους τους αντιπάλους τους οποίους αντιμετωπίσαμε, ο Έλλην στρατιώτης ιδίως επολέμησε με ύψιστον ηρωισμόν και αυτοθυσίαν. Εσυνθηκολόγησε μόνον όταν η εξακολούθησις της αντιστάσεως δεν ήτο πλέον δυνατή και δεν είχε κανέναν λόγο».
Από τον λόγο του Χίτλερ στο Reichstag 4/5/1941.


«Εκλεκτά ελληνικά στρατεύματα υπερήσπισαν με εντελώς εξαιρετικόν ηρωισμόν τα οχυρά της γραμμής Μεταξά. Προεκλήθησαν ως εκ τούτου συγκρούσεις εξ εγγυτάτης αποστάσεως, τόσον πείσμονες και έντονοι, όσον δεν είχον λάβει μέχρι τούδε χώραν εις κανέν άλλο πολεμικόν θέατρον».
Από το ανακοινωθέν του Στρατηγείου του Χίτλερ 11/6/1941


«Οι Έλληνες υπερασπίστηκαν την πατρίδα των γενναίως…[οι Γερμανοί στρατιώτες] να μεταχειρισθούν τους Έλληνες αιχμαλώτους όπως αξίζει εις γενναίους στρατιώτας».
Ο στρατάρχης von List αρχηγός της 12ης Στρατιάς στην ημερήσια διαταγή του μετά την λήξη των εχθροπραξιών της επιχείρησης «Μαρίτα».


«Είχομεν ακούσει να ομιλούν δια την γενναιότητα και τον ηρωισμόν του Ελληνικού Στρατού, αλλά δεν εφανταζόμεθα την γενναιότητα και τον ηρωισμόν τον οποίον επέδειξαν οι στρατιώται σας. Επολεμήσατε θαυμάσια! Θαυμάσια! Και πάλιν σας συγχαίρω εγκαρδίως».
Ο διοικητής του XVIII Γερμανικού Ορεινού Σώματος Στρατού, Franz Böhme, προς τον Επιτελάρχη του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), Συνταγματάρχη(ΠΒ) Παν. Καλογερόπουλο. 



«Επολεμήσατε θαυμάσια, το πυροβολικόν σας ήτο υπέροχον, αι πλαγιοφυλάξεις σας αποτελεσματικόταται. Μόλις εκινείτο και μία ομάδα μάχης, εδέχετο επιτυχώς βολήν. Αν τα βλήματα σας δεν είχον κατά τα 4/5 αφλογιστίας, ουδέν από τα μετασχόντα εις τον αγώνα τμήματα μας θα εσώζετο από την κόλασιν εκείνην του πυρός».
Ο επιτελάρχης του XXX Γερμανικού Σώματος Στρατού Otto Hartmann, που έδρασε στη Θράκη, προς Αντιστράτηγο Παναγιώτη Δέδε, διοικητής της Ομάδος Μεραρχιών. 



«Επολέμησα εις την Πολωνίαν και την Γαλλίαν αλλά ουδαμού συνήντησα τόσον αποτελεσματικήν και φθοροποιόν αντίστασιν όσον εις την Ελλάδα».
Ο διοικητής της 72ης Γερμανικής Μεραρχίας, Αντιστράτηγος Matteklott, προς τον διοικητή του ΤΣΑΜ Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο.




«…Η επιβράδυνσης υπό της Ελλάδος της κατά Ρωσίας επιθέσεως υπήρξεν ολέθρια δια τον αγώνα του Άξονος».
Έγγραφον αρχείου Νυρεμβέργης



Ακόμη και ο ίδιος Αδόλφος Χίτλερ αναφέρει ότι οι Έλληνες ήταν ο μόνος στρατός που άντεξε στα στούκας.               




Οι σύμμαχοι μας γάλλοι μας επευφήμησαν με τα εξής λόγια:


«Αληθής εποποιία εγράφη και γράφεται ακόμη από τους ολίγους  άνδρας των Ελληνικών οχυρών. Οίτινες επί τόσον καιρόν συνεκράτησαν ισχυρότερας Γερμανικάς δυνάμεις και εματαιώσαντο αρχικόν Γερμανικόν σχέδιον.όπως δημιουργηθή δια ραγδαίας προελάσεως άμεσος κίνδυνος δια όλον συμμαχικόν μέτωπον. Οι άνδρες αυτοί ηδυνήθησαν, δια του ηρωισμού των, να μεταβάλουν εις πραγματικά φρούρια τα οχυρά της γραμμής Μεταξά. Ο ι Έλληνες αξιωματικοί των οχυρών αυτών, ιδίως δε του Ρούπελ και του Περιθωρίου και του Λίσσε, εξακολουθούν πάντοτε να αμύνονται μετά υπέροχον πείσματος εναντίον εχθρού, που ρίπτει κατ’ αυτών τόννους οβίδων βαρέος πυροβολικού, βόμβας μεγάλου διαμετρήματος με τα στούκας, και χρησιμοποιεί άρματα μάχης διαφόρων μεγεθών, ειδικά συνεργεία μηχανικού δια την ανατίναξιν των σκυροκονιαμάτων, αλεξιπτωτιστάς, ακόμη δε και φλογοβόλα μηχανήματα. Η αντίστασις αυτή προσεγγίζει τα όρια του υπερανθρώπου, έχει  δε προκαλέσει την έκπληξιν και αυτού του εχθρού».Ανταποκριτής του Ανεξάρτητου Γαλλικού Πρακτορείου στο μέτωπο της Ελλάδας 9/6/1941



Οι Άγγλοι αναγνωρίζουν τα κατορθώματα μας λέγοντας:

«…η καθυστέρησις ισχυρών  Γερμανικών δυνάμεων εις τας επί των βουλγαρικών συνόρων διαβάσεις, όπου ελάχιστα  Ελληνικά τμήματα, επανδρούνται τα ανασταλτικά  οχυρά της μεθορίου, διεξεδίκησαν επί μακρά ημερονύκτια κάθε σπιθαμήν εδάφους προς τους Γερμανούς, επέφερεν αναμφισβήτητον αναβολήν εις την πραγματοποίησιν των σχεδίων του Γερμανικού Επιτελείου. Η ηρωική αντίστασις των Ελλήνων στρατιωτών των οχυρών προεκάλεσε τον θαυμασμό και αυτού ακόμη του εχθρού. Αιχμαλωτισθέντες Γερμανοί αξιωματικοί ανέφεραν, ότι πολεμήσαντες εις την Πολωνίαν, την Νορβηγίαν και την Γαλλίαν ουδαμού αντιμετώπισαν τιουούτους στρατιώτας».



Ραδιοφωνικός σταθμός Λονδίνου, 10/6/1941.
«Από εδώ και πέρα δε θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».
                                                                                 Ουίνιστων Τσόρτσιλ




«Αι αρεταί αυταί θα ενισχύσουν τον Ελληνικόν λαόν και κατά την παρούσαν στιγμήν της δοκιμασίας. Θα σας παράσχομεν την δυνατήν βοήθειαν μαχόμενοι εναντίον κοινού εχθρού και θα μοιραστόμεν την κοινήν νίκην».
                                                                                Ουίνιστων Τσόρτσιλ



«Η γενναιότης και αποφασιστηκότης των ελληνικών στρατευμάτων κέρδισαν τον θαυμασμόν των ελευθέρων λαών του κόσμου».
                                                                                                Anthony Eden




Οι Ρώσοι μας ευχαριστούν λέγοντας:

«Επολεμίσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και ενικήσατε . Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν είναι δυνατόν να γίνη άλλως, διότι είσθε ΕΛΛΗΝΕΣ. Εκερδίσαμεν χρόνον διά να αμυνθώμεν. Ως  Ρώσοι και ως άνθρωποι σας ευγνωμονούμε».
Ραδιοφωνικός σταθμός Μόσχας


Ωστόσο όλες αυτές οι επευφημίες παρέμειναν μόνο σχόλια. Μόνο λόγια για την χώρα στην οποία υποσχόταν ότι θα μοιραστεί μαζί τους την κοινή νίκη. Τους ανθρώπους τους οποίους διαβεβαίωναν ότι δεν θα λησμονήσουν ποτέ τα κατορθώματα τους. Κι όμως όλα αυτά τα λόγια τα πήρε ο άνεμος.

ΠΗΓΕΣ    
Η Ελληνική άμυνα προκαλεί τον θαυμασμό εχθρών και φίλων

Βιβλίο, Το Ρούπελ, σελίδες 157,158 

Σοφία -Μαρίνα Κωνσταντινίδου,μαθήτρια Β΄Γυμνασίου

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Ανασκαφή για τη εύρεση των οστών του Λγού Κυριακίδη Αλέξανδρου


Εργασίες εκσκαφής από το συγγραφέα, Ηλία Κοτρίδη

Την 18 Νοεμβρίου 2000, μου δόθηκε η πληροφορία από τον κ. Γκότσικα Ιωάννη (πρώην κάτοικο Κλειδίου) ότι σε μία χαράδρα μέσα, κοντά στο Κλειδί, βρίσκεται ένα «κανόνι».
Μετά από έρευνα στην περιοχή βρέθηκε ένα κατεστραμμένο πυροβόλο των 6 Δακτύλων, το οποίο όπως διαπιστώθηκε ανήκε στην Πυροβολαρχία των 6 Δακτύλων στο ύψωμα ΚΡΑΚΩΡ, περιοχή Χ. Κλειδίου, Διοικητής της οποίας ήταν ο Λγος (ΠΒ) Κυριακίδης Αλέξανδρος.
Την 22 Νοεμβρίου 2000, ανευρέθη το πυροβόλο και αφού παρελήφθη ένας κιλίβαντας άλλου τύπου πυροβόλου, τοποθετήθηκε μπροστά από το μνημείο του ΡΟΥΠΕΛ.
Η ανεύρεση του πυροβόλου με έκανε να ασχοληθώ περισσότερο με την πυροβολαρχία αυτή, βασιζόμενος σε όσα κατά καιρούς διάβαζα σε βιβλία της ΔΙΣ, στην Επίσημη Έκθεση του Διοικητού Ρόυπελ Ανχη (ΠΖ) Δουράτσου Γεώργιου, με ημερομηνία 12 Αυγούστου 1914, καθώς και σε αφηγήσεις εν ζωή πυροβολητών.
Έτσι την 10 Απριλίου 2001 εντόπισα την ακριβή θέση της Πυροβολαρχίας, καθώς και τα κτίσματα μέσα στα οποία βρισκόταν τα πυροβόλα.
Μετά από αυτό δεν έμεινε τίποτα άλλο παρά να εντοπισθεί ο χώρος μέσα στον οποίο σκοτώθηκε ο Λγος (ΠΒ) Κυριακίδης Αλέξανδρος και ο Ανθλγος (ΠΒ) Βλάχος Πέτρος ενδεχομένως δε και άλλοι στρατιώτες. Μετά από έρευνα με την Διοίκηση του 68 ΣΠ, εντοπίσαμε αυλακωτή λαμαρίνα καρφωμένη κάθετα στο έδαφος.
Είχαμε πλέον μια μικρή ένδειξη.
Ο κρατήρας μέσα στον οποίο βρισκόταν η λαμαρίνα αυτή, ίχνη πέτρινου τοίχου, καθώς και ότι το όρυγμα επικοινωνίας έφθανε κοντά στον κρατήρα ενίσχυσαν την πεποίθηση μου ότι εκεί ήταν αυτό που ψάχναμε.
Η εκτίμηση αυτή αναφέρθηκε στην νέα Διοίκηση του 68 ΣΠ, και έτσι με την συνδρομή του Δήμου Σιδηροκάστρου που διέθεσε σκαπτικό μηχάνημα, αποφασίσθηκε εκσκαφή στο σημείο εκείνο.
Η εργασία άρχισε την 17 Μαΐου 2001 ημέρα Πέμπτη. Μετά από αρκετή ώρα άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια του κτίσματος που έγιναν πιο συγκεκριμένα λίγο αργότερα. Καθώς προχωρούσε η εργασία, βρήκαμε υπολείμματα από ένα άρβυλο και λίγο πιο μετά ένα μηριαίο οστούν σε ύψος περίπου ενός μέτρου πάνω από την βάση του κτηρίου. Ήμουν πλέον σίγουρος ότι εδώ ήταν αυτό που ψάχναμε. Συνεχίσαμε κατεβαίνοντας πιο βαθιά βρίσκοντας διάφορα οστά.
Φθάνοντας στη βάση (τσιμεντένια) του κτίσματος βρήκαμε και συλλέξαμε διασκορπισμένα οστά τα οποία αντιστοιχούν σε δύο ανθρώπους. Δεν βρέθηκε κρανίο παρά μόνο η κάτω σιαγόνα ενός με πέντε δόντια.
Δυστυχώς τα οστά ήταν θρυμματισμένα. Φαίνεται ότι η έκρηξη βόμβας του αεροπλάνου διέλυσε τους υπάρχοντες στο κτίσμα.
Βρέθηκαν ακόμη υπολείμματα από τρία άρβυλα, κουμπιά, εθνόσημο, έντεκα φυσίγγια τουφεκιού και μία θήκη ξιφολόγχης.
Το κτίσμα ήταν διαστάσεων 3m x 2m λιθόκτιστο και σκεπασμένο με αυλακωτή λαμαρίνα κοίλου σχήματος. Από τους πλαϊνούς τοίχους ένας μόνο είναι άθικτος, οι υπόλοιποι έχουν καταστραφεί με την έκρηξη και υπάρχουν υπολείμματα ενός μέτρου περίπου.
Εντοπίστηκε η είσοδος σ’ αυτό. Εκτιμάται ότι, επειδή δεν βρέθηκαν μέσα άλλα αντικείμενα, ό,τι υπήρχε μέσα με την έκρηξη έχει βγει έξω. Δυστυχώς η εκσκαφή δεν συνεχίστηκε έξω. Καίτοι έχει βρεθεί η είσοδος και θα έπρεπε να ψαχθεί το τούνελ που οδηγούσε από το όρυγμα επικοινωνίας στο κτίσμα (ΚΔΠ;).
Όλα τα παραπάνω ήταν υπό την έγκριση του 68 ΣΠ και της Χ ΜΠ. Μετά τη συλλογή των οστών και των αντικειμένων υποβλήθηκε αναφορά προς την Χ ΜΠ. Μετά τη συλλογή των οστών και αντικειμένων υποβλήθηκε αναφορά προς την Χ ΜΠ  με συνημμένες φωτογραφίες.
Τα οστά βρίσκονταν για αρκετό καιρό στο γραφείο μου, πλυμένα με κρασί, όπως οι οδηγίες της Ι.Μ. Σιδηροκάστρου. Δεν γνωρίζουμε όμως αν ανήκουν στον Λγο (ΠΒ) Κυριακίδη Αλέξανδρο και Ανθλγο (ΠΒ) Βλάχο Πέτρο. Αργότερα ενταφιάστηκαν στο Στρατιωτικό νεκροταφείο Σιδηροκάστρου.
Έτσι επαληθεύεται η επισκόπηση του Διοικητού του οχυρού που αναφέρει ότι στο σημείο αυτό σκοτώθηκαν ο Λγος Κυριακίδης και ο Ανθλγος Βλάχος.
Στο προαναφερθέν βιβλίο της ΔΙΣ αναφέρεται ότι σκοτώθηκαν εκεί και άλλοι 8-9, ενώ στις από 10 Δεκ 1983 ιδιόχειρες σημειώσεις του Υπλγου Νιάνου Δημήτριου, Διοικητή του 3ου Λόχου Προκάλυψης, ο οποίος ενήργησε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον διεισδυσάντων Γερμανών, αναφέρεται ότι εντός των καταφυγίων σκοτώθηκαν καταπλακωθέντες οι προαναφερθέντες δυο αξιωματικοί καθώς και τέσσερις δικοί του στρατιώτες τραυματίες τους οποίους άφησε εκεί για μετακομιδή.
Κατόπιν αυτής της πληροφορίας σε συνδυασμό με όσα αναφέρει η ΔΙΣ ήταν αναγκαία η συνέχιση της εκσκαφής, ώστε να επαληθευτεί κάποια από τις εκδοχές.
Μετά από αλλεπάλληλες αναφορές στο θέμα και παρακλήσεις, αλλά και προκειμένου να ευρεθούν , ενδεχομένως, περισσότερα στοιχεία που θα τεκμηρίωναν την ταυτότητα των νεκρών, δόθηκε η διαταγή για συνέχιση των εργασιών εκσκαφής και εκτός καταφυγίου.
Έτσι την 09 Ιουνίου 2001, πήγα στον ίδιο χώρο και με την βοήθεια  νέου σκαπτικού μηχανήματος άρχισα την έρευνα ξεκινώντας από το όρυγμα εισόδου του καταφυγίου.
Παρά την έρευνα σε μεγάλο βάθος δεν βρέθηκε τίποτε, εκτός από ένα οστούν λεκάνης και ένα μωβ μολύβι γραφής κομμένο σε οριζόντια «φέτα». Η μη ανεύρεση άλλων στοιχείων στον χώρο έρευνας, του οποίου το υλικό εκσκαφής ήταν «αφράτο», δηλαδή φαινόταν καθαρά ότι ήταν υλικό που «κάθισε» εκεί μετά την έκρηξη και επειδή ο υπόλοιπος χώρος ήταν σκληρός και ημιβραχώδης, με έκανε να αποφασίσω να σταματήσω για λίγο την έρευνα με το μηχάνημα και πιάνοντας τα σκαπτικά εργαλεία μπήκα στο καταφύγιο και άρχισα να καθαρίζω την είσοδο του από τα χώματα και τις πέτρες που εναπόθεσε εκεί η έκρηξη. Προχωρώντας εκατοστό, εκατοστό διαπίστωσα ότι η τσιμεντένια βάση σταματούσε και υπήρχε στην συνέχεια, προς την στοά σύνδεσης καταφυγίου και ορύγματος επικοινωνίας χώμα μαλακό. Το πλάτος της ήταν περίπου 70cm και επενδεδυμένο αριστερά και δεξιά με οριζόντια ξύλα που συγκρατούνταν από κάθετα καρφωμένα πάνω τους και μπηγμένα στο έδαφος. Αυτό με έκανε να ασχοληθώ εντατικότερα με την έρευνα και σε λίγο βρήκα τα πρώτα οστά και διάφορα άλλα υλικά, αλλά και προσωπικά αντικείμενα (οστούν λεκάνης, μηριαίο οστούν, πλευρικά οστά, σπόνδυλοι, κάτω σιαγόνα με τέσσερα ή πέντε δόντια, φυσιγγιοθήκη γεμάτη με δέκα φυσίγγια, άλλα δεκαοχτώ φυσίγγια σε δύο άλλα σημεία, ένα φυσίγγιο περιστρόφου ή πιστολιού, μια μεταλλική αλυσίδα, μάλλον λαιμού, οδοντόβουρτσα, καλώδιο τηλεφώνου, πλευρική ζώνη δερμάτινη, ένα ανοιχτήρι, κουμπιά μεταλλικά και κοκάλινα καθώς και λάστιχο συνδέσεως προσωπίδας αερίων με το φίλτρο). Τα οστά έδειχναν καθαρά ότι επρόκειτο για έναν ακόμη ήρωα του ΡΟΥΠΕΛ.
Υπήρξαν όμως ευρήματα (φυσίγγιο πιστολιού, ζώνη δερμάτινη, καλώδιο τηλεφώνου, λάστιχο προσωπίδας, οδοντόβουρτσα αλλά και μολύβι) που ενίσχυαν την πεποίθηση μου πως κάποια από τα πρώτα ίσως οστά να ανήκουν στον Λγο (ΠΒ) Κυριακίδη Αλέξανδρο ή Ανθλγο (ΠΒ) Βλάχο Πέτρο ή και τους δύο.
Συνέχισα αμέσως μετά τον καθαρισμό του ανατολικού τοίχους. Στο πάτωμα φαινόταν η θέση, όπου υπήρχε χονδρός ξύλινος στύλος, σαπισμένος. Σε τι χρησίμευε άραγε; Συζήτησα λίγο με τον χειριστή του μηχανήματος και τους στρατιώτες βοηθούς μου και κάνοντας διάφορες υποθέσεις συνεχίζαμε όμως τον καθαρισμό του ανατολικού τοίχου.
Και τότε! Είδα ότι εκεί που τελείωνε η βάση του τοίχου άρχιζε ο τοίχος να σχηματίζει και άλλη είσοδο. Προχώρησα την έρευνα και βρήκα άλλα δύο μικρότερα μεν, αλλά ίδια με το προηγούμενο μολύβια, ενώ λίγο πιο μέσα η σκαπάνη απεκάλυψε νέα στοά. Η ανεύρεση υπολειμμάτων ξύλου, όπως και στην πρώτη στοά σύνδεσης, οριζόντια και κάθετα, με έκανε να πιστέψω ότι βρισκόμουν μπροστά σε μία νέα στοά. Αλλά που οδηγούσε αυτή;
Θυμήθηκα τότε τις αφηγήσεις Πυροβολητών: «Εκεί κοντά είχαμε και άλλο καταφύγιο, πιο πρόχειρο, σκεπασμένο με ξύλα που το λέγαμε «ο ασύρματος» γιατί ήταν ο ασύρματος εκεί μέσα …» Λες; Αναρωτήθηκα. Βγήκα έξω και άρχισα να συζητώ με τον χειριστή του σκαπτικού. Που μπορεί να ήταν «ο ασύρματος»;
Ήξερα ότι εκεί κοντά μέσα στα δέντρα υπήρχε και δεύτερος κρατήρας από έκρηξη βόμβας. Του τον έδειξα.
-Τι καθόμαστε, μου λέει. Ας σκάψουμε
Πήρα την απόφαση διότι:
  • η κατεύθυνση της δεύτερης στοάς ήταν προς τον κρατήρα (7m περίπου μακριά)
  • δύο εξωτερικά ορύγματα επικοινωνίας κατέληγαν και εκεί.
Ξεκινήσαμε αμέσως και σε λίγο, να! Μπροστά μας η είσοδος ενός άλλου καταφυγίου. Το καθαρίσαμε γρήγορα. Ήταν ίδιας κατασκευής με το προηγούμενο αλλά λίγο πιο μικρό (2,4m x 2m). Έψαξα , αλλά δεν βρήκα μέσα τίποτε. Δεν απογοητεύθηκα.
Συνέχισα στον δυτικό τοίχο, όπου θα έπρεπε να υπάρχει είσοδος στοάς, για το πρώτο καταφύγιο. Πράγματι τη βρήκα. Με τη βοήθεια του μηχανήματος σκάψαμε πλέον την στοά επικοινωνίας των δυο καταφυγίων, Σε λίγο βρήκαμε, σε βάθος περίπου τριών μέτρων, ένα κρανίο μόνο του σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από όπου είχαν βρεθεί τα τελευταία οστά.
Συνέχισα και σε λίγο φώναξα:
-Σταμάτα.
Ένα δεύτερο κρανίο ήταν μπροστά μου χωρίς άλλα κόκαλα γύρω του. Κάτι χτύπησε, κυλώντας το πόδι μου. Τι ήταν αυτό; Μέσα στην σκόνη που σήκωνε ο αέρας διέκρινα, σηκώνοντας το ένα κράνος. Ήταν το πρώτο «σοβαρό» αντικείμενο. Λίγο πιο εκεί μου τράβηξε την προσοχή ένα μικρό αντικείμενο. Πλησίασα και το σήκωσα. Ήταν μια διπλή ξύστρα για τα μολύβια. Δεν σταμάτησα. Ανασκαλεύοντας τα χώματα ακούμπησα κάτι κυλινδρικό. «Πίσω», διέταξα τους στρατιώτες, φοβούμενος ότι επρόκειτο για χειροβομβίδα. Ευτυχώς έκανα λάθος. Σε λίγο διαπίστωσα ότι επρόκειτο για μία μπαταρία (ξηρό στοιχείο) ασύρματου. Να όμως και άλλη μπαταρία. Πείσθηκα πλέον ότι επρόκειτο για το καταφύγιο «ο ασύρματος».Τελειώνοντας την έρευνα λόγω παρέλευσης της ημέρας,  βρήκα και ένα εργαλείο καθαρισμού ξύλου (κλαδευτήρι). Δεν βρέθηκε κάτι άλλο. Κατέβηκα στη μονάδα και τα ανέφερα στη Διοίκηση του 68 ΣΠ.
Τα οστά που βρέθηκαν ανήκουν σε 4 έως 6 ανθρώπους. Ποιοι ήταν οι ήρωες αυτοί που βρέθηκαν μετά από εξήντα χρόνια; Δεν θα το μάθουμε , ίσως ποτέ, καθώς έλεγχος DNA δεν έγινε και τα οστά έχουν ενταφιαστεί στο στρατιωτικό νεκροταφείο Σιδηροκάστρου. Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Ελεύθερης πια Πατρίδας, που τους σκεπάζει.    
 από το βιβλίο Ρούπελ,Αναμνήσεις των Πρωταγωνιστών,Ηλίας Κοτρίδης


             Την εργασία επιμελήθηκε η μαθήτρια της Β’ τάξης
                             Σοφία-Μαρίνα Κωνσταντινίδου
Ευρήματα κατά την ανασκαφή που έκανε ο κ.Κοτρίδης Ηλίας,φυλάσσονται στο μουσείο Ρούπελ


           
                

       


Ταινίες που γυρίστηκαν για τη Μάχη των Οχυρών

ΤΑΙΝΙΕΣ ΓΙΑ ΡΟΥΠΕΛ
Οι τελευταίοι του Ρούπελ

Υπόθεση

Στο οχυρό Ρούπελ υπηρετεί ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Κομνηνός θα λάβει την εντολή να περάσει στη Βουλγαρία για να λάβει πληροφορίες σχετικά με τη σχεδιαζόμενη Γερμανική επίθεση. Μαζί με έναν στρατιώτη εισέρχονται στα Βουλγαρικά εδάφη και έρχονται σε επαφή με άλλους δύο Έλληνες εκεί. Η επιστροφή τους στην Ελλάδα θα είναι περιπετειώδης επειδή έχουν γίνει αντιληπτοί. Θα φθάσουν στο Ρούπελ μόνο ο Κομνηνός με το σύντροφό του και θα αμυνθούν με τους υπόλοιπους στρατιώτες μέχρι που μαθαίνουν τη συνθηκολόγηση του Ελληνικού στρατού.    
Πρωταγωνιστές: Χρίστος Πολίτης, Βέρα Κρούσκα, Δημήτρης Μπισλάνης,Γιάννης Κατράνης, Θεόδωρος Κατσαδράμης ,Γεώργιος Ζαφίδης
Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Γρηγορίου
Επιμέλεια κειμένου Δέσποινα Ποιμενίδου,
                                       μαθήτρια  γ΄γυμνασίου




Οι γενναίοι του Βορρά
Υπόθεση:
Δύο φίλοι, ένας στρατιωτικός και ένας δημοσιογράφος, μετά την κατάρρευση του αλβανικού μετώπου, πηγαίνουν στη Μακεδονία για να οργανώσουν την αντίσταση εναντίον των Βουλγάρων.

Ηθοποιοί: Γιάννης Βόγλης, Ξένια Καλογεροπούλου , Λάκης Κομνηνός Αιμιλία Υψηλάντη, Πέτρος Φύσσουν , Άλκης Γιαννακάς, Κάκια Παναγιώτου

        



Το μουσείο Ρούπελ

ΜΟΥΣΕΙΟ ΡΟΥΠΕΛ
Για να προσσεγγίσει κανείς το Ρούπελ ακολουθεί την Εθνική οδό Σερρών-Προμαχώνα. Ένα χλμ. πριν την ελληνοβουλγαρική μεθόριο υπάρχει διασταύρωση που οδηγεί στο μουσειακό χώρο του Ρούπελ. Πρόκειται για μια τοποθεσία πραγματικά στρατηγικής σημασίας που ελέγχει απόλυτα την επικοινωνία στην κοιλάδα του ποταμού Στρυμώνα.
Στις μέρες μας το Ρούπελ λειτουργεί περισσότερο ως ένα ιστορικό μνημείο όπου ο καθένας μπορεί να επισκεφθεί και με τις ξεναγήσεις που γίνονται θα μπορέσει να γνωρίσει ένα κομμάτι των οχυρών. Σε μια στοά των οχυρών που είναι επισκέψιμη, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να αισθανθεί τις στιγμές της μάχης. Περπατώντας στους θαλάμους και στους πλευρικούς διαδρόμους υπάρχουν τα διοράματα, που αναπαριστούν τους Έλληνες μαχητές της μάχης των οχυρών (πολυβολητή, γιατρό στο ιατρείο του που περιθάλπει τραυματία, τον επιλοχία στο γραφείο του και το γραφείο του λοχαγού. Ειδικά μεγάφωνα που έχουν τοποθετηθεί σε κατάλληλα σημεία αναπαράγουν πυροβολισμούς, εκπυρσοκροτήσεις πυροβόλων και τυφεκίων, επιθέσεις αεροπλάνων και άλλους ήχους της μάχης. Στο ίδιο κτίριο υπάρχει ο χώρος του Μουσείου, το οποίο λειτουργεί κατά τον εορτασμό της μάχης των οχυρών. Εκεί μπορεί ο επισκέπτης να ξεκουραστεί δίπλα στο τζάκι και ν' απολαύσει τη φιλοξενία των στρατιωτών της υπεύθυνης για το οχυρό μονάδας. Ο χώρος είναι διακοσμημένος με ιστορικό υλικό που έχει σχέση με όσα διαδραματίστηκαν εδώ. Στην κορυφή του λόφου υπάρχει το Ηρώο του οχυρού, το οποίο προσεγγίζουμε με πλακόστρωτο ανηφορικό δρόμο, δεξιά κι αριστερά του οποίου συναντούμε πυροβόλα της εποχής. Δίπλα στο Ηρώο βρίσκεται το Παρατηρητήριο, απ' το οποίο μπορεί να γίνει επίσης η παρουσίαση της μάχης των οχυρών.
Το μνημείο στο οχυρό Ρούπελ

Από το εσωτερικό του οχυρού Ρούπελ

Η Παναγία Σκέπη,στο εσωτερικό του Ρούπελ
Το ιατρείο στο εσωτερικό του Ρούπελ

Εσωτερικός διάδρομος στο Ρούπελ

Πολυβολείο μέσα από το οχυρό Ρούπελ.

Επιμέλεια κειμένου
Πρωτονοταρίου Δάφνη

Μαθήτρια γ΄γυμνασίου

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (αφηγήσεις)

ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ  ΣΤΡΑΤΟΥ
Αποσπάσματα
Μνήμες Πολέμου 1897-1975

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
ΑΘΗΝΑ 2012



                                             
Οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά, 6 Απριλίου 1941

Ξημερώματα καβαλλήθηκαν πάλι Ιστίμπεη και Καλκάγια και τοτέ γερμανικό μηχανικό μεταχειρίστηκε σκληρότερα μέσα για να τα υποτάξη, έρριξε δηλαδή στο εσωτερικό τους βενζίνα που την άναψε για να πνίξη  τη φρουρά με τον καπνό.
Οι φαντάροι δοκίμαζαν με κουβέρτες να σβήσουν της φωτιές, προσπάθησαν γυρίζοντας απεγνωσμένα τους μικρούς χειροκίνητους ανεμιστήρες ν' ανανεώσουν τον αέρα, μα ό,τι και να κάναν οι στολές τους δεν άδειαζαν από την πυχτή καπνίλα. Πνίγονταν. Στα μισοσκότεινα που χαροπάλευαν, τώρα τους τίναζε χειροβομβίδα ριγμένη απο τις χαλασμένες πολεμίστρες, τώρα έμπαινε μέσα οβίδα εκείνων των κανονιών με την ευθεία τροχιά που τους σκότωνε.
Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.8-9


Οχυρό Κελκαγιά, 7 Απριλίου 1941
Οι Γερμανοί χτίζαν με πέτρες και λάσπη τις πολεμίστρες και τ' ανοίγματα αερισμού για να κόψουν εντελώς το αέρα. Πραγματικά σε λίγο, μέσα στις στοές τόσο πυχταίνει η καπνιά ώστε ο διοικητής διατάζει τους φαντάρους να βάλουν μάσκες. Η πνιγούρα κατεβαίνει στο κάτω πάτωμα του φρουρίου στις κουζίνες και διώχνει από κει τους
μαγείρους που παρουσιάζονται με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια τους. Στα βάθη της γης που δούλευαν ,δεν ξέραν αυτοί αν είναι πρωί ή νύχτα αν κινδυνεύουν ή νικούν,ζούσαν σα σκουλήκια στην κοιλιά  τότε ας τους έβρισκε η θανή με κάτι άλλο στο χέρι κι όχι την κουτάλα της κουζίνας.
Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας, σελ.15-16



 Οχυρό Περιθώρι, 8 Απριλίου 1941
Πραγματικά από ένα αραιό δασάκι όπου είχαν κρυφτή αποβραδύς, προβαίνουν βαρειά άρματα μάχης. Είναι μεγαλύτερα απ' ό,τι τους είχαν επιτεθή ως τώρα.
Τα οχυρά βλέπουν τις οβιδες που ρίχνουν εναντίον αυτών των γιγάντών να ξερριζώνουν δίπλα τους ολόκληρα δέντρα που τινάζονται με βία στον αέρα, μα τα τανκς μένουν άβλαβα, ατάραχα, σα να μην αρκούν οι οβίδες να τα σταματήσουν.
 'Ομοια με αερόλιθους ρίχνοντας καταπάνω της Ελληνικής γραμμής σαρώνοντας μπροστά τους το παν. Τ' αφανισμένο από τη μάχη έδαφος
το περνάν κάνοντας βουτιές όπως πλοία στην τρικυμία, μια εξαφανίζονται μέσα σε αντιαρματικές τάφρους ή κρατήρες ανοιγμένους από γερμανικές βόμβες αεροπλάνων και μια τα κύματα της γης τα φέρνουν πάλι στην επιφάνεια. Ό,τι βρεθή στο δρόμο τους ισοπεδώνεται, σιδερένια παλούκια, υλικό εγκαταλειμμένο, συρματοπλέγματα
Δε λυπούνται μήτε τους πληγωμένους  Ναζήδες, όσους τύχουν μπροστά τους, παρά τους πλακώνουν άπονα, δε σέβονται μήτε τους σκοτωμένους που τους λιώνουν ξεχώνοντας στο χώμα τα υγρά από τα οποία είναι γεμάτα τα τουμπανιασμένα σώματά τους.
Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας, σελ. 24


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974) ΣΕΛ. [199]                                                     


Όρος Μπέλες, 6 Απριλίου 1941
Κάποιο σκυρόδετο πολυβολείο, το λεγόμενο Π9, κράτησε ως τις 7.30' το βράδυ, μέχρίς ότου τα 33.000 φυσίγγια και οι χειροβομβίδες του
προσωπικού εξαντλήθηκαν. Όταν το πολυβολείο υπέκυψε ο Γερμανός αξιωματικός συνεχάρη τον επικεφαλή του πολυβολείου λοχίας Δημήτρης  Ίντζο, αλλά έπειτα διέταξε και τον τουφέκισαν

Δημητρίου Νικ. Χονδροκούκη, Αιματηρό πολεμικό οδοιπορικό στη ΒόρειοΉπειρο  και στη Μακεδονία, εκδόσεις<<ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ>>,Αθήνα 1987, σελ.131


Περιοχή οχυρού Καρατάς, 10 Απριλίου
Όταν κατέβηκαν στο πεδίο της σφαγής, είδαν τους άταφους Γερμανούς ακόμα στη στάση που τους είχε βρη ο θάνατος, φρικτά ακρωτηριασμένους πόδια κομμένα, κεφάλια ανοιγμένα στα δυο, πτώματα εδώ πολτοποιημένα από ολόσωμη οβίδα που τα παραμόρφωσε, κι εκεί στρατιώτες, που κάποιο θραύσμα, κοφτερό σα λεπίδι, τους είχε θανατώσει χωρίς να τους βλάψη, νεαρά παιδιά με τα πρόσωπά τους ροδοκόκκινα και γαλήνια. Ούτε σπιθαμή στο γύρω χώμα δεν ήταν άβαφη από αίματα. Καμμιά ανθρώπινη ψυχή δεν θα μενε ασυγκίνητη βλέποντας τέτοιο απαίσιο θέαμα.
Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,Αθήνα 1943, σελ.40-41



Περιοχή οχυρού Ρούπελ, 8 Απριλίου
Με το φως των προβολέων κάτι Ναζήδες κινούνται. Είναι νοσοκόμοι; Είναι περιπολία ή ετοιμασία αιφνιδιασμού; Οι φαντάροι δεν το ξέρουν, κρατάν τα μάτια τους καρφωμένα σε διακόσια μέτρα γης μπροστά τους που χαράζονται καθαρά στο μυαλό τους με κάθε λακούβα και με κάθε αποκαϊδι. Οι νεκροί που σαπίζουν σ' αυτή την περιοχή, τους είναι γνώριμοι κανείς δε φροντίζει να τους θάψη.
Πού και πού καμμιά οβίδα διαλέγει έναν, του ανοίγει μονοκοπανιά το λάκκο του και τον χώνει μέσα. Οι φαντάροι παρακολουθούν πιστά κάτι τέτοιες αλλαγές της τοπογραφίας, ώστε μόλις πατήση τα χώματά τους ξένος στρατιώτης, ας είναι και τραυματιοφορέας, τον καταλαβαίνουν, τον ζώνουν με τις τουφεκιές τους και τον στέλνουν σύντομα κι αυτόν στον Αγύριστο.
Κατά τις δέκα το βράδυ φωτίστηκε ο ουρανός από ζωηρή λάμψη που σκέπασε τ' ωχρό σεληνόφωτο των προβολέον – το δασάκι κοντά στο Ρούπελ όπου κοίτονταν οι πολλοί  πληγωμένοι, καιγόνταν. Οι τραυματίες που απόμεναν εκεί μέσα, έστω και με σπασμένη τη σπονδυλική στήλη, προσπαθούσαν να γλυτώσουν απ' τη φωτιά, κι έβλεπες κουτσούς να σέρνωνται με τους αγκώνες , λαβωμένους στην κοιλιά να περπατάν, βαρειά κτυπημένος να έρπουν σιγώτερα από τις φλόγες που τους προφταίναν. Οι στριγγές φωνές τους καθώς καίονταν
ζωντανοί ήταν ανήμερες κι οι φαντάροι παρακολουθούσαν  αυτόν το Γολγοθά με συμπόνια.
Ύστερα φούντωσε η πυρκαϊά τους αγκάλιασε όλους και βρώμισε
ο τόπος καμμένα πανιά και καμένο κρέας, δυσωδία που έφερε τον στρατό αναγούλα.
Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.32-33





ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974)    ΣΕΛ [205]


                                                                              οχυρό Κελκαγιά, 7 Απριλίου
Όταν τ' οξυγόνο έλειψε ακόμα περισσότερο, σβήνουν οι λάμπες του πετρελαίου  ολότελα.
Ο φρούραρχος που ως μόνος ζωντανός αξιωματικός του οχυρού δε θέλησε να φορέση μάσκα για να μπορή να μιλάη και να ενθαρρύνη τους οπλίτες του, λιποθυμά. Τότε ένας λοχίας βγάζει από τη τζέπη του ηλεκτρικό φανό και φωτίζει τη σκοτεινιά. Διακρίνει γύρω του σκιές ανθρώπων ησύχων που φαίνονται πρόθυμοι να μείνουν για πάντα σκιές και καταλαβαίνει πως μόλις προφταίνει ν' αντιδράση. Παίρνει το λοχαγό στην αγκαλιά του, τον πάγει ως μια μικρή πλαγινή πορτούλα, την ανοίγει τρία δάχτυλα με κίνδυνο να ορμήσουν οι Γερμανοί μέσα, κι' όταν βεβαιώνεται πως δεν τους αντελήφθηκε κανείς μαζεύει κει δα τα παιδιά της φρουράς για ν' αναπνεύσουν λίγο καθαρόν αέρα. Μα αργούν να συνέλθουν, δυσκολεύται ο φρούραρχος ν' ανοίξη τα μάτια του, κι ο λοχίας δεν κρατιέται, αρπάζει ένα οπλοπολυβόλο και λέει :
-<<Εγώ θα βγω έξω>>.
Αυτό που ζητάει να κάνη είναι ο βέβαιος θάνατος, κι' όμως ούτ' ένας δε δοκιμάζει να τον σταματήση, να του πη <<Τρελλέ, που πας;>>Τον αφήνουν να βγη. Ακούν σε λίγο το κοκοράκι του να βάλη μια, δυο, πέντε ριπές, ύστερα πολλές μαζύ χειροβομβίδες να σκάζουν και βουβαίνεται το οπλοπολυβόλο. Πάει το παλληκάρι...
Ρούπελ-Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,Αθήνα 1943, σελ.17


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974)    ΣΕΛ [208]
Β'ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ                                                         

Κις Μπουνάρ (όρος Μπέλες),6 Απριλίου 1941
Την 8ην ώραν ο Υπολ/γός Μαρούδης Χρήστος αντιμετωπίζει δύναμιν εχθρικού Τάγματος. Πιεζόμενος εκ της σφοδράς ταύτης Γερμανικής προσβολής διατάσσειαι παρά του Ταγματάρχου του, όπως συμπτυχθή εις την Γραμμήν Ανασχέσεως με τους εναπομείναντας  ολίγους άνδρας. Πριν όμως ο ανδρείος αυτός Αξιωματικός δυνηθή και εκτελέσει την Διαταγήν του Τάγματος, τραυματίζεται θανασίμως. Οι στατιώται επ' ουδενί λόγω εγκαταλείπουν το Λοχαγόν  των παρ ' όλον ότι ο εχθρός βάλλει σφοδρότατα αυτούς. Προσπαθούν να τον μεταφέρουν, αλλά κατά την μεταφοράν τραυματίζεται και πάλιν ο Υπολοχαγός Μαρούδης. Το δεύτερο όμως τούτον τραύμα είναι το τελειωτικόν.Είναι η χαριστική βολή που του έδωσε ο εχθρός. Αποθνήσκει ο υπέροχος αυτός ήρως με το όνομα της  ΕΛΛΑΔΟΣ εις τα χείλη, με το όνομα της γλυκειάς του ΠΑΤΡΙΔΟΣ, την οποίαν τόσον ηγάπησε και διά οποίαν απέθανεν ανδρείως μαχόμενος εν μέσω των γενναίως επίσης πεσόντων στρατιωτών του.
Κωσταντίνου Γιακουμή, Αι ελληνογερμανικαί επιχειρήσεις – Μπέλες 1941, σελ.42-43


Οχυρό Ιστίμπεη, 6 Απριλίου 1941
Τα κεφάλια των Γερμανών κινιόνταν σαν ένα κοπάδι που κάλυπταν όλη τη θάλασσα καθώς πετούσαν...
     Συνέχιζαν να  έρχονται κατά πάνω μας αργά και σταθερά. Τους αφήσαμε να πλησιάσουν, κι όταν έφτασαν στα τριακόσια μέτρα που ήταν το συρματόπλεγμα, αρχίσαμε πυρ. Οι Γερμανοί έπεφταν. Στρώμα ο τόπος. Αυτοί έρχονται συνέχεια πέφτοντας πάνω στα συρματοπλέγματα που άρχισαν να τα κόβουν με ψαλίδες. Έγινε μια μάντρα από πτώματα σε λίγη ώρα και αυτοί ενώ έβλεπαν τόσους σκοτωμένους, συνέχιζαν να έρχονται όρθιοι για να σπάσουν το ηθικά μας. Είχαν μεθύσει  από ηρωισμό...
Δεν καταλάβαινα τίποτα. Συνεχίζοντας να βάζω πυρ, οι Γερμανοί έρχονται κατά κύματα. Σε μια στιγμή φοβήθηκαν. Ένιωσα ότι ήμουν άνθρωπος. Φοβήθηκα ότι δεν θα τους προλάβαινα. Αλλά εάν το μάτι είναι δειλό, το χέρι είναι τολμηρό.
Γεωργίου Δ. Αγιννιτόπουλου,Οχυρό Ιστίμπεη, Αθήνα 1995, σελ.20-21

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ(1897-1974)  ΣΕΛ  [209]                                                     

Οχυρά ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, 9 Απριλίου 1941
Ένας νοσοκόμος ανεβαίνει από το χειρουργείο και παρακαλεί το φρούραρχος να κατεβή κάτω. Εκεί οι τραυματίες τον ικετεύουν ν' αντισταθή όσο του απομένουν φυσέκια:
-<<Κι' εμείς να σηκωθούμε, του λεν, να πολεμήσωμε ως την τελευταία μας πνοή>>.
Ο φρούραρχος για να τους ησυχάση, κρύβει την αλήθεια, τάχα πως ακόμα δεν αποφασίστηκε η παράδοση. Με τι κουράγιο να πη πως αύριο θα είναι σκλάβοι, αυτοί οι ασύγκριτοι λεβέντες που είχε δη του καθενός την παράτολμη παλληκαριά;
Καθώς φεύγει απ' το χειρουργείο τους ακούει να του φωνάζουν:
-<<Τίναξε μας στον αέρα, μα μην παραδώσης τ' οχυρό. Είναι ντροπή!>>
Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας ,σελ.37-38


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (1897-1974)   ΣΕΛ [239]


Περιοχή οχυρού Ρούπελ, 7 Απριλίου
Άμα ξεκαθάρισαν όλο τον τόπο, οι Έλληνες σταυροκοπήθηκαν, δόξασαν την Παναγία ότι τους έδωσε την δύναμη να νικήσουν. Κυττάχτηκαν μεταξύ τους, δεν είδαν απάνω τους τίποτα ηρωικό, δε βρήκαν στο παρουσιαστικό τους το παραμικρό νάχη αλλάξει, ο Γιάννης φαινόταν ο ίδιος χαζός που ήταν πριν, ο Νικόλας ξεκούμπωτος και βρώμικος σαν πρώτα, ο Γιώργης χασμουριώταν  πάλι όπως τον καιρό της ειρήνης. Νίκησαν αυτοί τους Γερμανούς; Ναι. Και την ασύγκριτη παλληκαριά τους, αφού δεν υπωπτεύονταν ότι την είχαν οι ίδιοι μέσα τους, κληρονομιά προγονική, την απέδωσαν στη βοήθεια της Μεγαλόχαρης.
Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.13


Οχυρό Ιστίμπεη, 8 Απριλίου 1941
Ράγισε η καρδιά μου, πήγε να σπάσει, γιατί τα πολυβόλα του οχυρού Μπουμπουτλίβιτσα έβαζαν. Αυτοί δεν είχαν παραδοθεί ακόμα. Έβαζαν για αντιπερισπασμό. Δάκρυσα εγώ ο σκληρός που είχα σκοτώσει τόσους Γερμανούς! Γιατί, μα γιατί να παραδοθούμε; Έπρεπε να πέσουμε ως τον τελευταίο. Σκούπισα τα μάτια μου κρυφά και κοίταξα τον λοχία που έκανε κι αυτός το ίδιο. Όλα είχαν χαθεί...
Γεωργίου Δ. Αγιννιτόπουλου,Οχυρό Ιστίμπεη,σελ.27


Οχυρά ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, 9 Απριλίου 1941
Κι' όταν εξαντλήθηκαν όσοι προτίμησαν να απομακρυνθούνε, πλάκωσε τα φρούρια μαύρη θλίψη. Την άγρια δραστηριότητα που βασίλευε στις στοές όσο πολεμούσαν, διαδέχτηκε τώρα η βουβαμάρα, όμως αυτή η σιωπή ήταν πιο εκφραστική κι' από ξεφωνητά ακόμα. Αξιωματικοί τραυματίες που ως τότε δεν καταδέχονταν να πλαγιάσουν, παρά τρέχαν γεμάτοι αίματα από το ένα πολυβολείο στ' άλλο εμψυχώνοντας τους οπλίτες, χώθηκαν τώρα στα κρεβάτια τους, μαραμένοι όχι από τους πόνους της πληγής όσο της ψυχής τους. Παιδιά που τα μάτια τους άστραφταν μπροστά στον κίνδυνο, τώρα στέκαν αποβλακωμένα, όσο να τα πάρη στην ξεχάστρα αγκαλιά του ο ύπνος.
Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας, σελ.39


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (1897-1974) ΣΕΛ [240]



                           Οχυρά Ποποτλίβιτσα και Παληουριώνες , 10 Απριλίου
Την αυγή ωστόσο διαλύονται τα όνειρα μόλις έρχεται από τη Μεραρχία γραπτή η διαταγή με τους όρους της παραδόσεως.
Τότε η απελπισία ξεσπάει. Άλλοι κλαίνε δυνατά, άλλοι αγκαλιάζουν και φιλάν τα πολυβόλα τους με πάθος τόσο αυθόρμητο που σφίγγει την καρδιά όσων τους βλέπουν. Περίλυποι αξιωματικοί παρακολουθούν χωρίς να μπορούν ν' αρθρώσουν λέξη αυτή εθνικού σπαραγμού.
 Ο ελληνικός στρατός είναι ευαίσθητος, ικανός για υπεράνθρωπα έργα όταν τ' αναλάβη με την ψυχή του κι' έτοιμος να πάρη κατάκαρδα κάθε ματαίωση των ελπίδων του. Ποτέ στρατιώτες δε θέλαν πιο άδολα ν' αποφύγουν την ατίμωση. Ένας ξανθός δημοδιδάσκαλος κι' ένα χωριατόπουλο αυτοκτονούν. Πολλοί λοχίες με τις ομάδες μάχης τους  το σκαν κρυφά για να μη αιχμαλωτισθούνε.

Ρούπελ – Η αθάνατη εποποιία των οχυρών μας,σελ.39

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΑΣ:ΜΑΡΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Γραμμή Μεταξά:
Γράφτηκαν νέες Θερμοπύλες




Ελευθέριος Ζαχαριάδης
Ετών 27
Διοικητικός υπάλληλος στο Ινστιτούτο καπνού


15 Αυγούστου 1940

Δεκαπενταύγουστος. Η λειτουργία της εκκλησίας τελείωσε αργά. Μετά, αφού έκανα μια βόλτα στους δρόμους της πόλης, τελικά κατέληξα στο καφενέ του κυρ Νικόλα και κάθισα κάτω από την δροσιά των αιωνόβιων πλατανιών για να απολαύσω τον καφέ μου. Το καφενείο ήταν γεμάτο κόσμο. Ο σερβιτόρος μην προλαβαίνοντας έτρεχε  αριστερά και δεξιά προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των παλετών. Εγώ είχα αρχίσει ήδη να πίνω τον καφέ μου, χαλαρωμένος από την γιορτινή μουσική που έπαιζε στο ραδιόφωνο. Όμως ξαφνικά η μουσική σταμάτησε και ανακοινώθηκε «Έκτακτο δελτίο ειδήσεων: Οι Ιταλοί τορπίλισαν το θωρηκτό Έλλη στο λιμάνι της Τήνου». Εκείνη την στιγμή όλοι οι παρευρισκόμενοι στο καφενείο πάγωσαν. Η ευχάριστη ατμόσφαιρα άφηνε την θέση της στην ανησυχία και στα σχόλια του κόσμου. Άφησα στο τραπέζι 10 λεπτά και πήρα τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι μου. Παρότι το σπίτι μου ήταν κοντά στο καφενείο εκείνη την μέρα μου φάνηκε χιλιόμετρα μακριά. Τα γεγονότα ήταν γνωστά, καθίσαμε στο τραπέζι για να φάμε το μεσημεριανό. Η ανησυχία ήταν έκδηλη στα πρόσωπά μας. Με δυσκολία μπορέσαμε να φάμε. Μετά το φαγητό, καθίσαμε όλοι μαζί στο σαλόνι για να συζητήσουμε. Όλοι ανησυχούσαμε πολύ. Εδώ και δύο χρόνια ακούγαμε συνέχεια για τις κατακτήσεις του Χίτλερ και των συμμάχων του. Ο Χίτλερ είχε ήδη εισβάλει στην Πολωνία, στην Ολλανδία, στην Τσεχοσλοβακία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο καθώς επίσης και στην Γαλλία. Ενώ ο σύμμαχος του Χίτλερ, Μουσολίνι είχε καταλάβει την Αλβανία. Υπήρχαν φήμες ότι ο Μουσολίνι ετοίμαζε στρατό για να εισβάλει στην Ελλάδα. Η μητέρα μου ανησυχούσε. Φοβόταν ότι αν αληθεύουν οι φήμες ήταν πολύ πιθανό να με καλέσουν στο μέτωπο. Εγώ την καθησύχασα λέγοντας της ότι ο πόλεμος δεν πρόκειται αν έρθει. Εξάλλου εγώ είχα ήδη υπηρετήσει την θητεία μου εδώ και τρία χρόνια και πλέον εργαζόμουν ως διοικητικός υπάλληλος στο ινστιτούτο καπνού στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την Δράμα. Τότε τον λόγο πήρε ο πατέρας μου. Εκείνη την στιγμή έντονα συναισθηματικά φορτισμένος, είπε «Εγώ, έχω μια ηλικία, τώρα πια δεν θα με καλέσουν στο μέτωπο, ωστόσο είμαι διατεθειμένος να πάω». Η μητέρα μου μην θέλοντας να συνεχίσει την κουβέντα μας προέτρεψε να πάμε για ύπνο. Είχε πια νυχτώσει.   


28 Οκτωβρίου 1940   


       
Από νωρίς το πρωί εργαζόμουν στο γραφείο μου. Ήμουν απορροφημένος στην δουλεία μου. Όπως κάθε πρωί άρχισα να ταξινομώ τους φακέλους και να διορθώνω έγγραφα, ώσπου ξάφνου είδα έναν συνάδελφο να τρέχει πανικόβλητος στον διάδρομο, φώναζε «Έχουμε πόλεμο, έχουμε πόλεμο. Οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ήπειρο». Όλοι παρατήσαμε αμέσως τις δουλείες μας και μαζευτήκαμε στο γραφείο της διεύθυνσης. Το ραδιόφωνο μετέδιδε τα γεγονότα « Με το χάραμα ο Ιταλός πρέσβης απαίτησε την παράδοση της Ελλάδας από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Η απάντηση του ήταν όχι. Τα Ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν αμέσως στην Ελλάδα από την Αλβανική μεθόριο. Διατάχθηκε γενική επιστράτευση». Ο διευθυντής της υπηρεσίας μας, μας απάλλαξε από την δουλειά και μας είπε να πάμε σπίτια μας. Χωρίς καμία καθυστέρηση επέστρεψα αμέσως σπίτι μου. Η οικογένεια μου είχε ήδη πληροφορηθεί για τα γεγονότα από το ραδιόφωνο. Η μητέρα μου μαζί με τις αδελφές μου με υποδέχτηκαν με δάκρυα στα μάτια ένα ο πατέρας μου καθότανε αμίλητος στο σαλόνι. Ήμουν πολύ κουρασμένος και έτσι πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο μου για να ξαπλώσω.


29 Οκτωβρίου 1940

Στις 10 η ώρα θα έφευγε το τρένο για την Θεσσαλονίκη. Όλοι είχαμε ξυπνήσει από νωρίς το πρωί. Η ατμόσφαιρα ήταν βεβαρημένη. Ήδη από χθες το βράδυ η μητέρα μου μαζί με τις αδελφές μου, μου είχαν ετοιμάζει ένα σάκο με τα λιγοστά πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου. Τον πήρα στον ώμο και φύγαμε όλοι μαζί για τον σταθμό. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο. Μανάδες με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούσαν τα παιδία τους, πατεράδες ενθάρρυναν τους γιους τους και παιδία αγκάλιαζαν τους πατεράδες τους. Στο σταθμό με περίμενε η Αγγελική. Με την Αγγελική είχαμε λογοδοθεί, θα παντρευόμασταν, αλλά μας πρόλαβε ο πόλεμος. Αυτή έτρεξε κατευθείαν στην αγκαλιά μου το μόνο που είπε ήταν «Υποσχέσου μου ότι θα γυρίσεις» τότε της απάντησα       «Θα γυρίσω, θα γυρίσω νικητής Αγγελική μου, θα τους πετάξουμε τους Ιταλούς στην θάλασσα. Και όταν με το καλό γυρίσω θα παντρευτούμε».τότε, εκείνη έβγαλε κάτι από την τσέπη του φουστανιού της και μου το έδωσε «Είναι ένα φυλακτό, μου είπε, θα σε φυλάει, μην το αποχωριστείς στιγμή, να το ‘χεις πάντα μαζί σου και βλέποντάς το να με θυμάσαι».Εγώ την ευχαρίστησα και την φίλησα στο μέτωπο. Τότε πήγα κοντά στην μητέρα μου «Μην ανησυχείς της είπα, θα γυρίσω». Αποχαιρέτησα τον πατέρα μου και τις αδελφές μου και μπήκα στο τρένο. Νωρίς το απόγευμα φθάσαμε στην Θεσσαλονίκη, αποβιβαστήκαμε από το τρένο. Πολύς κόσμος στις αποβάθρες. Στρατιωτικά αυτοκίνητα μας περίμεναν έξω από τον σταθμό. Επιβιβαστήκαμε στριμωγμένοι και μας οδήγησαν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Αμέσως πήγαμε στα εστιατόρια για φαγητό, πρόχειρα πράγματα, πατάτες στον φούρνο και μισό καρβέλι ψωμί για τρία άτομα. Μετά μας οδήγησαν στην αίθουσα εφοδιασμού. Εκεί μας έδωσαν τα στρατιωτικά ρούχα, ορισμένα εφόδια και όλον τον απαραίτητο οπλισμό. Άρχισε να σουρουπώνει, όταν στρατιωτικά οχήματα (ΡΕΟ) έφθασαν στο στρατόπεδο, οι στρατιώτες στριμώχθηκαν στις καρότσες, εγώ ως αξιωματικός ήμουν συνοδηγός σε ένα από τα οχήματα. Δρόμος πολύς έως τα Γιάννενα.                  


30 Οκτωβρίου 1940

Με το χάραμα φθάσαμε στα Γιάννενα. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού ανά δύο ώρες κάναμε στάση για να αλλάξει ο οδηγός. Ο στρατιώτης που ήδη οδηγούσε πήγαινε πίσω στην καρότσα και ένας άλλος ερχόταν να τον αντικαταστήσει. Εγώ παρότι ήμουν πολύ κουρασμένος δεν μπόρεσα να κοιμηθώ καθόλου, το μυαλό μου ήταν συνέχεια σε επαγρύπνηση. Μόνο μίση ώρα πριν φτάσουμε ίσα ίσα που έκλεισα τα μάτια μου. Όλοι ήμασταν πολύ ταλαιπωρημένοι από ολονύκτιο ταξίδι. Οδηγηθήκαμε σε ένα στρατόπεδο και χωριστήκαμε σε διμοιρίες και λόχους. Και αμέσως μετά ανά τακτά χρονικά διαστήματα φεύγαμε για το μέτωπο. Ο τόπος προορισμού μου ήταν το Καλπάκι. Σταματήσαμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Ο φόβος των βομβαρδισμών από Ιταλικά αεροπλάνα ήταν επίκαιρος. Είχαμε καλυφτεί κάτω απ’ το φύλλωμα των δένδρων κατά μικρές ομάδες, μας μοίρασαν κουραμάνα και βραστά φασόλια. Οι οδηγίες ήταν με το σούρουπο με πεζοπορία να φτάναμε το βράδυ στα χαρακώματα. Οι Ιταλοί είχαν διεισδύσει ήδη αρκετά χιλιόμετρα μέσα στην Ελληνική μεθόριο. Μετά τα μεσάνυκτα φτάσαμε στο μέτωπο. Η διμοιρία μου κάλυψε τα χαρακώματα στο μέτωπο, σ’ ένα ύψωμα αριστερά από το Καλπάκι στις όχθες του ποταμού Καλαμά. Οι οδηγίες ήταν να προετοιμάσουμε τα αμυντικά χαρακώματα.

2 Νοεμβρίου 1940

Από νωρίς το πρωί είχα πάρει την θέση μου στα χαρακώματα. Οι Ιταλοί από χθες επιχειρούσαν να μπουν στα στενά του Καλπακίου. Εμείς όμως δεν τους αφήσαμε και ούτε πρόκειται να τους αφήσουμε να περάσουν. Περιμέναμε την αναμενόμενη επίθεση των Ιταλών. Άλλα ξάφνου ο ουρανός κατακλύσθηκε από Ιταλικά βομβαρδιστικά που εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση. Μια οβίδα έπεσε κοντά μου και τα θραύσματα της τραυμάτισαν το αριστερό μου πόδι. Τότε ένας φαντάρος βλέποντας την κατάστασή μου, με πήρε αγκαλιά και με πήγε στο κινητό νοσοκομείο για να μου προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Ο γιατρός πήρε μία τσιμπίδα και άρχισε να βγάζει τα θραύσματα από το πόδι μου, ο πόνος ήταν αφόρητος. Αφού τελείωσε εξέτασε το τραύμα και μετέπειτα μου έδωσε μία αλοιφή και τύλιξε το πόδι μου με μία γάζα. Μόλις τέλείωσε η εξέταση πήγα να σηκωθώ μα τότε κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να κουνήσω το πόδι μου. Τότε τον λόγο πήρε ο γιατρός « Η κατάσταση του ποδιού σου είναι πολύ σοβαρή. Θα χρειαστεί να μεταφερθείς στα Γιάννενα, εγώ έκανα ότι μπορούσα για να αποτρέψω της μόλυνση. Ελπίζω μόνο να μην χρειαστεί να σου κόψουν το πόδι». Τα λόγια του γιατρού με τάραξαν. Το μόνο που ήλπιζα ήταν να γίνω όσο το συντομότερο καλά. Ήμουν πολύ εξουθενωμένος και έπεσα κατευθείαν για ύπνο.


3 Νοεμβρίου 1940

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Εγώ παρά τον αφόρητο πόνο, προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος. Ο διοικητής είχε διατάξει κάποιους στρατιώτες να βάλουν εμένα και τους άλλους τραυματίες στα στρατιωτικά αυτοκίνητα και πριν ξημερώσει να μας μεταφέρουν στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Όμως λίγο πριν ξεκινήσουμε, ξέσπασε χιονοθύελλα και μας έκοψε τον δρόμο. Λίγο πριν χαράξει η χιονοθύελλα είχε κοπάσει, και έτσι ξεκινήσαμε για το νοσοκομείο. Τα Γιάννενα ήταν κοντά. Ήμουν τόσο εξουθενωμένος, σε όλη την διάρκεια της διαδρομής κοιμόμουνα. Όμως, ξαφνικά ξύπνησα από τις φωνές των στρατιωτών. Σίγουρα θα είχαμε φτάσει στα Γιάννενα, σήκωσα το κεφάλι μου για να δω. Αυτό που αντίκρισα ήταν απερίγραπτο. Τα Γιάννενα είχαν βομβαρδιστεί από τους Ιταλούς. Σχεδόν τίποτα δεν είχε μείνει όρθιο, παντού υπήρχαν χαλάσματα. Χωρίς καμία στάση, πήγαμε αμέσως στο νοσοκομείο. Το νοσοκομείο ετοιμόρροπο, λίγοι γιατροί είχαν μείνει στο κτήριο και πάσχιζαν να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς. Ο στρατιώτης που ήταν υπεύθυνος για την μεταφορά μας πήγε να συζητήσει με τον γιατρό. Μετά από λίγα λεπτά ήρθε κοντά μας « Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ, μας είπε, το νοσοκομείο είναι ετοιμόρροπο και δεν έχει αρκετούς γιατρούς, θα πάμε στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης». Από όσο ήξερα θα κάναμε δύο στάσεις, μία στη Καλαμπάκα και μία στη Λάρισα. Το ταξίδι ήταν μεγάλο.

5 Νοεμβρίου 1940

Ανοίγοντας τα μάτια μου το μόνο που αντίκρισα ήταν ένας γιατρός, ο οποίος στεκόταν από πάνω μου και με εξέταζε. Το κεφάλι μου γύριζε και αισθανόμουν ότι κοιμόμουν για χρόνια. Λογικά ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά πότε προλάβαμε και φτάσαμε; Ο γιατρός βλέποντας την ανήσυχη έκφραση του προσώπου μου κάθισε δίπλα μου και άρχισε να μου εξηγεί « Έχασες τις αισθήσεις σου λόγο της μεγάλης απώλειας αίματος, πάντως μην ανησυχείς τώρα είσαι μια χαρά». Έχοντας ξεπεράσει το αρχικό σοκ προσπάθησα να κουνηθώ, μα δεν μπορούσα κάτι βαρύ και ογκώδες με εμπόδιζε, ήταν ο γύψος που φορούσα στο αριστερό μου πόδι. Με την ανησυχία έκδηλη στο πρόσωπό μου ρώτησα τον γιατρό «Θα ξαναπερπατήσω;». Εκείνος μου είπε « Μην ανησυχείς σε τρεις μήνες το πολύ θα έχεις βγάλει τον γύψο και θα μπορείς να περπατάς κανονικά, το μόνο που ίσως μείνει στο πόδι σου είναι μερικές ουλές. Όσο καθαρίζαμε τα τραύματα διαπιστώσαμε ότι οι πληγές είναι αρκετά βαθιές, όμως μην φοβάσαι δεν κινδυνεύεις. Είσαι τυχερός που τα θραύσματα δεν σου έκοψαν τις αρτηρίες, ζεις από θαύμα». Εγώ τον ευχαρίστησα για την δουλεία του και μετέπειτα αυτός έφυγε. Παρότι κοιμόμουν αρκετές ώρες, ήμουν πολύ κουρασμένος όμως έπρεπε να γράψω ένα γράμμα στην οικογένεια μου και να τους ενημερώσω για την όλη κατάσταση.


8 Νοεμβρίου 1940


Ήταν πρωί, όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα και μου ανήγγειλε την άφιξη της οικογένειας μου. Ήρθαν όλοι κοντά μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο « Πως είσαι παιδί μου, με ρώτησε, ήρθαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε». «Είμαι μια χαρά» της απάντησα. Τότε δίπλα μου ήρθε η Αγγελική «Ξέρεις πόσο ανησύχησα, μου είπε, ο γιατρός μας είπε ότι ζεις από θαύμα». Εγώ τους κοίταξα όλους χαμογελαστός και τους ρώτησα τα νέα τους. Άρχισαν να μου αφηγούνται τα γεγονότα των περασμένων ημερών και εγώ με την σειρά μου τις λιγοστές περιπέτειες μου στο μέτωπο. Η μέρα πέρασε ευχάριστα, ώσπου ήρθε η ώρα να φύγουν. Τους αποχαιρέτησα και έμεινα πάλι μόνος μου.


22 Νοεμβρίου 1940

Πλέον είμαι πολύ καλύτερα. Οι μέρες στο νοσοκομείο κυλάνε ήρεμα. Ενημερώνομαι καθημερινά για τα νέα στο μέτωπο. Ήταν 10 το πρωί όταν ξαφνικά ένας γιατρός  μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα κρατώντας μία εφημερίδα και φωνάζοντας «Πήραμε την Κορυτσά, πήραμε την Κορυτσά». Όλοι αρχίσαμε να πανηγυρίζουμε, πλέον οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση.

25 Νοεμβρίου 1940

Σήμερα το πρωί ξυπνώντας βρήκα έναν απρόσμενο επισκέπτη να με περιμένει, ήταν ο Παύλος, ο φίλος μου. Μα πώς είχε έρθει από το μέτωπο; Βλέποντας με ξύπνιο με καλημέρισε και άρχισε να μου εξηγεί τον λόγο της επίσκεψής του «Με έστειλε ο διοικητής για να δω την κατάσταση των τραυματιών και επί της ευκαιρίας σου έφερα και αυτά». Μου έδωσε ένα πακέτο και συνέχισε να μιλάει «Εσύ τι κάνεις; Ελπίζω να πάει καλύτερα το πόδι σου». « Μια χαρά, του είπα, ξέρεις ακόμα σου χρωστάω χάρη αν δεν με έπαιρνες τότε από τα χαρακώματα, ούτε εγώ ξέρω που θα ήμουν τώρα».       «Μην το ξαναπείς αυτό, μου είπε, εγώ έκανα απλά το καθήκον μου σαν καλός φίλος». Τότε τα μάτια μου έπεσαν πάνω στο πακέτο που είχε αφήσει δίπλα μου « Τι είναι αυτό;» ρώτησα. « Είναι γράμματα, ήρθαν στο μέτωπο όσο έλειπες. Μάλλον είναι από την οικογένεια σου». Τον ευχαρίστησα και μετέπειτα αυτός έφυγε « Πρέπει να φύγω» μου είπε. Άνοιξα το πακέτο και άρχισα να διαβάζω τα γράμματα. Ήταν από την οικογένεια μου.

8 Δεκεμβρίου 1940

Έχει περάσει περίπου ένας μήνας από τον τραυματισμό μου και πλέον είμαι πολύ καλύτερα. Ο γιατρός μου είπε ότι η κατάσταση του ποδιού μου βελτιώνεται συνεχώς και στις αρχές του Φεβρουαρίου θα βγάλω τον γύψο. Ήμουν πολύ χαρούμενος αφενός μεν διότι η υγεία μου καλυτέρευε και αφετέρου για την απελευθέρωση του Αργυρόκαστρου από τους Έλληνες. Πλέον δεν θα μας σταματήσει τίποτα.

11 Ιανουαρίου 1941


Οι μέρες κυλάνε γρήγορα. Δεν το πιστεύω ότι πέρασαν δύο μήνες από τον τραυματισμό μου. Σε ένα μήνα θα βγάλω τον γύψο και θα μπορώ να περπατάω. Έχω τόσο καιρό να κουνήσω το πόδι μου που μου φαίνεται ότι ξέχασα πώς να περπατάω. Καθημερινά στο νοσοκομείο έρχονται εφημερίδες που  άλλοτε υμνούν τα κατορθώματα και τις πολεμικές ικανότητες των Ελλήνων στρατιωτών και άλλοτε σατιρίζουν τον Χίτλερ και τον σύμμαχό του Μουσολίνι. Η σημερινή έγραφε για την κατάληψη της στενωπού της Κλεισούρας από τους Έλληνες.

4 Φεβρουαρίου 1941


Σήμερα θα έβγαζα τον γύψο. Το πρωί ήρθε ο γιατρός μαζί με όλα τα απαραίτητα σύνεργα για την αφαίρεση του γύψου. Σε μισή ώρα είχε τελειώσει. Το μόνο που είχε μείνει στο πόδι μου ήταν μερικά σημάδια. Δεν άντεχα την αναμονή, ήθελα να περπατήσω. Ο γιατρός με σήκωσε και κάθισε δίπλα μου για να δει τα αποτελέσματα. Εγώ έκανα πρώτα ένα βήμα με το δεξί πόδι και μετά πήγα να κουνήσω και το αριστερό, μα δεν μπορούσα και σωριάστηκα στο έδαφος. Ο γιατρός φώναξε κάποιες νοσοκόμες και με σήκωσαν, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Μα έπρεπε να περπατάω. Γιατί δεν μπορώ; Τι δεν πήγε καλά; Αναρωτήθηκα. Ο γιατρός θέλοντας να με καθησυχάσει μου είπε «Μην ανησυχείς είναι ακόμα νωρίς για να κρίνουμε, αύριο θα ξαναδοκιμάσουμε». Μην θέλοντας να σκέφτομαι έπεσα κατευθείαν για ύπνο.

5 Φεβρουαρίου 1941


Νωρίς το πρωί ήρθε ο γιατρός. Έπρεπε να ξαναπροσπαθήσω να περπατήσω. Μα, εγώ δεν ήθελα ήμουν πεπεισμένος ότι δεν μπορώ και δεν ήθελα να πέσω κάτω άλλη μια φορά, ανήμπορος να κάνω το οτιδήποτε. Όμως τελικά ο γιατρός με έπεισε. Με σήκωσε και έκανα ένα βήμα με το δεξί πόδι. Ο γιατρός χάρηκε. Εγώ ήμουν απαισιόδοξος, και την προηγούμενη φορά ένα βήμα έκανα και μετά έπεσα. Μετέπειτα προσπάθησα να κάνω ένα βήμα με το αριστερό. Ήμουν σίγουρος ότι θα πέσω όμως προς μεγάλη μου έκπληξη περπάτησα. Κατάφερα και περπάτησα. Το βήμα μου ήταν μεν μικρό και αδύναμο αλλά δεν έπαυε να είναι μία ελπίδα. Ο γιατρός χαρούμενος για το αποτέλεσμα με χτύπησε φιλικά στην πλάτη, μου είπε «Είδες που σου τα ’λεγα, σε λίγες μέρες θα περπατάς κανονικά. Τώρα ξεκουράσου». Και αυτό έκανα ξεκουράστηκα.



13 Φεβρουαρίου 1941


Μετά από αρκετές προσπάθειες επιτέλους τα κατάφερα και περπατάω κανονικά. Ο διοικητής μου στο μέτωπο έχει ήδη ενημερωθεί για την κατάσταση μου, από στιγμή σε στιγμή περίμενα να με ανακαλέσουν στο μέτωπο. Εκείνη την στιγμή ήρθε μία νοσοκόμα και μου έδωσε μία υπηρεσιακή επιστολή. Την πήρα και την ευχαρίστησα. Ήταν από την στρατολογία, την άνοιξα και άρχισα να την διαβάζω. Σύμφωνα με την επιστολή, λόγω του τραυματισμού μου με απάλλασσαν ως έφεδρο  από την στρατιωτική μου θητεία, η επιστολή μνημόνευε επίσης ότι είχα την δυνατότητα να ξανακαταταγώ στο στράτευμα εθελοντικά. Μα πως είναι δυνατόν να πάω σπίτι μου, έπρεπε να πολεμήσω για να υπερασπιστώ την πατρίδα μου. Πως μπορώ εγώ να κάθομαι αμέριμνος στο σπίτι μου όταν η πατρίδα κινδυνεύει; Είχα ακούσει ότι γίνονται οχυρωματικά έργα για την προστασία των συνόρων της Ελλάδος. Έτσι μην μπορώντας να πάω στο μέτωπο προσφέρθηκα να πάω εκεί. Συνέταξα μία απάντηση στην στρατολογία και παρακάλεσα την νοσοκόμα να την στείλει.


20 Φεβρουαρίου 1941


Πριν από το μεσημέρι έλαβα την απάντηση από το στρατολογικό γραφείο. Με διέταξαν να παρουσιαστώ εντός τριών ημερών στην στρατολογία της Δράμας όπου θα μου ανακοίνωναν και την μονάδα μου. Τις τελευταίες μέρες είχαν τελειώσει και οι ιατρικές μου εξετάσεις και αισθανόμουν πλέον πολύ καλά, δεν πρόλαβα να τελειώσω το διάβασμα της επιστολής, όταν μπήκε ο γιατρός και μου ανακοίνωσε ότι μπορούσα να πάρω το εξιτήριο μου από το νοσοκομείο. Αμέσως ετοίμασα τα λιγοστά πράγματά μου και πήγα στην διεύθυνση του νοσοκομείου, ρώτησα εάν υπήρχε κανένα μέσο να με οδηγήσει στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί προς μεγάλη μου έκπληξη μου έδωσαν ένα φάκελο που περιείχε το εισιτήριο μου καθώς και λίγα χρήματα που κάλυπταν τα οδοιπορικά μου έξοδα. Ένα όχημα του νοσοκομείου με μετέφερε στον σταθμό, το τρένο για την Δράμα έφευγε στις 6 ώρα το απόγευμα. Επιβιβάστηκα και αναπολώντας διάφορες παραστάσεις από το μέτωπο, το νοσοκομείο και τις οικογενειακής μου ζωής αποκοιμήθηκα κουρνιασμένος στο κάθισμά μου. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα άκουσα μία φωνή «Φθάνουμε στην Δράμα» φώναξε στο διάδρομο ο εισπράκτορας του τρένου. Μετά αρκετούς μήνες πάτησαν τα πόδια μου στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Το σπίτι μου δεν απείχε πολύ από τον σταθμό. Σε ένα τέταρτο ήμουν έξω από την εξώπορτα. Χτύπησα την πόρτα φωνάζοντας «Μαμά, μπαμπά, ο Λευτέρης είμαι», φώναζα ούτως ώστε να μην του τρομάξω, λογικά θα κοιμόντουσαν. Σε λίγο όλη η οικογένεια γίναμε μία αγκαλιά. Χαρά και δάκρια μαζί. «Παλικάρι μου» έλεγε ο πατέρας μου. Η αδελφή μου ειδοποίησε και την Αγγελική. «Να σου ετοιμάσω κάτι αν φας» είπε η μητέρα μου. Σε λίγο όλη η οικογένεια ήταν γύρω από το τραπέζι. Αισθάνθηκα πολύ περήφανα όταν τους ανακοίνωσα την απόφασή μου να καταταγώ εθελοντικά ξανά στο στράτευμα. «Μπράβο παιδί μου» ξεστόμισε ο πατέρας μου. Πέρασε αρκετή ώρα και όλοι λαχταρούσαν αν με ακούσουν. Ο ύπνος δεν κολλούσε σε κανέναν. Άρχισε να ξημερώνει πια. «Άντε να κοιμηθούμε και λίγο, είπε η μητέρα και αύριο μέρα είναι».

21 Φεβρουαρίου


Ξύπνησα λίγο μετά το μεσημέρι. Όλοι με περίμεναν στο σαλόνι. Τα μάτια τους έλαμπαν από χαρά. Η μητέρα μου ετοίμασε για φαγητό ότι το καλύτερο μπορούσε να κάνει. Μετά το φαγητό ανέβηκα στο δωμάτιό μου για να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Η μητέρα μου το αντιλήφθηκε αμέσως «Μείνε σήμερα στο σπίτι σου παιδί μου» μου είπε. «Μπορείς να παρουσιαστείς και αύριο, σε παρακαλώ παιδί μου δώσε μας αυτή την χαρά. Σκέψου και εμάς που σε αγαπάμε. Μείνε ακόμα λίγο μαζί μας». Έτσι και έγινε, το απόγευμα περπάτησα λίγο στους δρόμους της πόλης. Το αίσθημα του πολέμου ήταν κυρίαρχο παντού. Πήγα και στο Ινστιτούτο καπνού. Τα άτομα που είχαν μείνει στην δουλεία τους, με υποδέκτηκαν με χαρά. Λίγα λόγια και περισσότερα συναισθήματα. Μετά πήγα στο σπίτι της Αγγελικής. Στα μάτια της διέκρινα μία απέραντη ανησυχία. Συναισθήματα ανάμεικτα. Ανθρώπους που αγαπάς από τη μια και από την άλλη η ελευθερία της πατρίδας.

22 Φεβρουαρίου 1941


Ξύπνησα πριν την ανατολή του ηλίου και κατέβηκα στην κουζίνα. Η μητέρα μου ήταν ήδη ξύπνια. Μου ετοίμασε το πρωινό μου. Αισθανόμουν ότι δεν με χωρούσε ο τόπος το μυαλό μου ήταν στο μέτωπο. Χωρίς ελευθερία δεν  υπάρχει ευτυχία. Σε λίγο όλη η οικογένεια ήμασταν στο πρωινό τραπέζι. Κανένας δεν είχε διάθεση να μιλήσει. Η μητέρα μου, μου ετοίμασε τον σάκο μου. Μόνο ο πατέρας μου με συνόδευσε στην στρατολογία. Εκεί έμαθα ότι η νέα μου μονάδα ήταν το οχυρό Λίσσε στην γραμμή Μεταξά. Ένα στρατιωτικό όχημα με μετέφερε στην νέα μου μονάδα, μαζί με τα εφόδια που προοριζόταν για το στράτευμα. Γύρω στις 2 η ώρα μετά το μεσημέρι παρουσιάστηκα στο διοικητή της μονάδας μου στο οχυρό Λίσσε. Μου ανατέθηκε η πρώτη διμοιρία και αμέσως μετά έλαβα γνώση των δεδομένων και της κατάστασης που επικρατούσε.   

1 Μαρτίου 1941


Το οχυρό ήταν καταπληκτικό από αρχιτεκτονικής απόψεως. Ήταν κατασκευασμένο σε βραχώδη λόφο ύψους περίπου 200 μέτρων. Το ανάπτυγμα των υπόγειων καταφυγίων του ήταν  γύρω στα 800 μέτρα και το μήκος των στοών του 950 μέτρα, ενώ 330 σκαλοπάτια συνέδεαν το πολυώροφο οικοδόμημα. Η φρουρά του οχυρού αποτελούνταν από περίπου 450 άνδρες  και διέθετε 10 απλά και 5 διπλά πυροβολεία, 4 αντιαρματικά, 2 ολμοβολεία, 8 παρατηρητήρια και 9 εξόδους.



20 Μαρτίου 1941


Νωρίς το πρωί ο διοικητής των οχυρών  κάλεσε στο γραφείο του, εμένα και όλους τους άλλους αξιωματικούς μονίμους και εφέδρους. Μας ανακοίνωσε ότι η Βουλγαρία είχε εισχωρήσει στο άξονα και ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν να χτυπήσουν την Ελλάδα δια μέσου των βουλγαρικών εδαφών. Η αμυντική γραμμή θα ενισχυόταν με άνδρες και οπλισμό. Είχαμε τεθεί ήδη σε επιφυλακή.

6 Απριλίου 1941


Δεν είχε χαράξει ακόμη όταν χτύπησε ο συναγερμός του οχυρού. Οι Γερμανοί πέρασαν τα σύνορα με πολύ ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και κατευθύνονταν προς τα οχυρά. Όλοι ήμασταν στις θέσεις μας. Ο γερμανικός στρατών της 72ας Μεραρχίας  με την υποστήριξη του πυροβολικού και κατόπιν ισχυρών βομβαρδισμών της αεροπορίας προελαύνουν από το κάτω Νευροκόπι στο λεκανοπέδιο και γύρω στις 11 η ώρα φτάνουν μπροστά στο οχυρό. Επικοί αγώνες γίνονται γύρω και πάνω στο οχυρό.

7 Απριλίου 1941


Οι επιθέσεις των Γερμανών συνεχίζονται.  Καμία περιγραφή, όσο λεπτομερής και αν είναι και κανένα σχήμα λόγου δεν θα ήταν ικανά να αποδώσουν το απαράμιλλο θάρρος, την περιφρόνηση στον θάνατο. την ανδρεία και λεβεντιά των στρατιωτών. Όσες φορές οι Γερμανοί κατόρθωσαν κατόπιν σφοδρών βομβαρδισμών να εισέλθουν εντός των υπογείων στοών των οχυρών ,τους απωθήσαμε με αυτοθυσία. Από τον ασύρματο μαθαίναμε ότι η άμυνα και στα γειτονικά οχυρά του Πυραμιδοειδούς, της Μαλιάγκας και της Κρέστης ήταν ισχυρή. Υπήρχαν απώλειες θάνατοι , τραυματισμοί. Οι εικόνες δεν περιγράφονται.

8 Απριλίου 1941


Από νωρίς το πρωί καθηλώσαμε τους Γερμανούς στον κάμπο του Νευροκοπίου τους είχαμε σχεδόν εξουδετερώσει. Τρεις λόχοι λάβαμε την εντολή να καταλάβουμε τα υψώματα γύρω από το Νευροκόπι. Με το σούρουπο ξεκινήσαμε την αντεπίθεση. Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Αργά το βράδυ καταλάβαμε τα υψώματα και απωθήσαμε τους Γερμανούς . Ένα νέο έπος της ανδρείας των Ελλήνων γεννιόταν.

9 Απριλίου 1941


Μέχρι το μεσημέρι ελέγχαμε το λεκανοπέδιο του Νευροκοπίου και τα γύρω υψώματα. Γύρω στις τέσσερις το μεσημέρι μας κάλεσε ο διοικητής των οχυρών κρατούσε ένα έγγραφο τηλεγράφου τα χέρια του έτρεμαν και ήταν βουρκωμένος με τρεμάμενη φωνή μας ανακοίνωσε. Ο ι Γερμανοί πήραν την Θεσσαλονίκη και  υπογράφηκε συνθηκολόγηση . Διατάχθηκε οπισθοχώρηση των ελληνικών προκαλύψεων των οχυρών. Κατηφείς με τα κεφάλια κάτω επιστρέψαμε στις στοές του οχυρού. Κανένας δεν μιλούσε. Πως είναι δυνατόν σκεφτόμουν. Πως έγινε αυτό . αφού τους  νικήσαμε.

10 Απριλίου 1941


Νωρίς το πρωί οι Γερμανοί παρελαύνοντας  έφθασαν ως τους πρόποδες του οχυρού. Εμείς με τον οπλισμό μας βγήκαμε από το οχυρό. Νικητές στην ψυχή. Η μάχη κρίθηκε με την συνθηκολόγηση. Τα λόγια πλέον είναι περιττά,   συναισθήματα θλίψης κυριαρχούν.



Σοφία-Μαρίνα Κωνσταντινίδου, συγγραφέας του ημερολογίου     
                                                                    
                                                                      μαθήτρια Β΄Γυμνασίου .