ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Γραμμή Μεταξά:
Γράφτηκαν νέες Θερμοπύλες
Ελευθέριος Ζαχαριάδης
Ετών 27
Διοικητικός υπάλληλος στο Ινστιτούτο καπνού
15 Αυγούστου 1940
Δεκαπενταύγουστος. Η λειτουργία της εκκλησίας τελείωσε αργά. Μετά, αφού έκανα μια βόλτα στους δρόμους της πόλης, τελικά κατέληξα στο καφενέ του κυρ Νικόλα και κάθισα κάτω από την δροσιά των αιωνόβιων πλατανιών για να απολαύσω τον καφέ μου. Το καφενείο ήταν γεμάτο κόσμο. Ο σερβιτόρος μην προλαβαίνοντας έτρεχε αριστερά και δεξιά προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των παλετών. Εγώ είχα αρχίσει ήδη να πίνω τον καφέ μου, χαλαρωμένος από την γιορτινή μουσική που έπαιζε στο ραδιόφωνο. Όμως ξαφνικά η μουσική σταμάτησε και ανακοινώθηκε «Έκτακτο δελτίο ειδήσεων: Οι Ιταλοί τορπίλισαν το θωρηκτό Έλλη στο λιμάνι της Τήνου». Εκείνη την στιγμή όλοι οι παρευρισκόμενοι στο καφενείο πάγωσαν. Η ευχάριστη ατμόσφαιρα άφηνε την θέση της στην ανησυχία και στα σχόλια του κόσμου. Άφησα στο τραπέζι 10 λεπτά και πήρα τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι μου. Παρότι το σπίτι μου ήταν κοντά στο καφενείο εκείνη την μέρα μου φάνηκε χιλιόμετρα μακριά. Τα γεγονότα ήταν γνωστά, καθίσαμε στο τραπέζι για να φάμε το μεσημεριανό. Η ανησυχία ήταν έκδηλη στα πρόσωπά μας. Με δυσκολία μπορέσαμε να φάμε. Μετά το φαγητό, καθίσαμε όλοι μαζί στο σαλόνι για να συζητήσουμε. Όλοι ανησυχούσαμε πολύ. Εδώ και δύο χρόνια ακούγαμε συνέχεια για τις κατακτήσεις του Χίτλερ και των συμμάχων του. Ο Χίτλερ είχε ήδη εισβάλει στην Πολωνία, στην Ολλανδία, στην Τσεχοσλοβακία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο καθώς επίσης και στην Γαλλία. Ενώ ο σύμμαχος του Χίτλερ, Μουσολίνι είχε καταλάβει την Αλβανία. Υπήρχαν φήμες ότι ο Μουσολίνι ετοίμαζε στρατό για να εισβάλει στην Ελλάδα. Η μητέρα μου ανησυχούσε. Φοβόταν ότι αν αληθεύουν οι φήμες ήταν πολύ πιθανό να με καλέσουν στο μέτωπο. Εγώ την καθησύχασα λέγοντας της ότι ο πόλεμος δεν πρόκειται αν έρθει. Εξάλλου εγώ είχα ήδη υπηρετήσει την θητεία μου εδώ και τρία χρόνια και πλέον εργαζόμουν ως διοικητικός υπάλληλος στο ινστιτούτο καπνού στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την Δράμα. Τότε τον λόγο πήρε ο πατέρας μου. Εκείνη την στιγμή έντονα συναισθηματικά φορτισμένος, είπε «Εγώ, έχω μια ηλικία, τώρα πια δεν θα με καλέσουν στο μέτωπο, ωστόσο είμαι διατεθειμένος να πάω». Η μητέρα μου μην θέλοντας να συνεχίσει την κουβέντα μας προέτρεψε να πάμε για ύπνο. Είχε πια νυχτώσει.
28 Οκτωβρίου 1940
Από νωρίς το πρωί εργαζόμουν στο γραφείο μου. Ήμουν απορροφημένος στην δουλεία μου. Όπως κάθε πρωί άρχισα να ταξινομώ τους φακέλους και να διορθώνω έγγραφα, ώσπου ξάφνου είδα έναν συνάδελφο να τρέχει πανικόβλητος στον διάδρομο, φώναζε «Έχουμε πόλεμο, έχουμε πόλεμο. Οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ήπειρο». Όλοι παρατήσαμε αμέσως τις δουλείες μας και μαζευτήκαμε στο γραφείο της διεύθυνσης. Το ραδιόφωνο μετέδιδε τα γεγονότα « Με το χάραμα ο Ιταλός πρέσβης απαίτησε την παράδοση της Ελλάδας από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Η απάντηση του ήταν όχι. Τα Ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν αμέσως στην Ελλάδα από την Αλβανική μεθόριο. Διατάχθηκε γενική επιστράτευση». Ο διευθυντής της υπηρεσίας μας, μας απάλλαξε από την δουλειά και μας είπε να πάμε σπίτια μας. Χωρίς καμία καθυστέρηση επέστρεψα αμέσως σπίτι μου. Η οικογένεια μου είχε ήδη πληροφορηθεί για τα γεγονότα από το ραδιόφωνο. Η μητέρα μου μαζί με τις αδελφές μου με υποδέχτηκαν με δάκρυα στα μάτια ένα ο πατέρας μου καθότανε αμίλητος στο σαλόνι. Ήμουν πολύ κουρασμένος και έτσι πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο μου για να ξαπλώσω.
29 Οκτωβρίου 1940
Στις 10 η ώρα θα έφευγε το τρένο για την Θεσσαλονίκη. Όλοι είχαμε ξυπνήσει από νωρίς το πρωί. Η ατμόσφαιρα ήταν βεβαρημένη. Ήδη από χθες το βράδυ η μητέρα μου μαζί με τις αδελφές μου, μου είχαν ετοιμάζει ένα σάκο με τα λιγοστά πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου. Τον πήρα στον ώμο και φύγαμε όλοι μαζί για τον σταθμό. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο. Μανάδες με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούσαν τα παιδία τους, πατεράδες ενθάρρυναν τους γιους τους και παιδία αγκάλιαζαν τους πατεράδες τους. Στο σταθμό με περίμενε η Αγγελική. Με την Αγγελική είχαμε λογοδοθεί, θα παντρευόμασταν, αλλά μας πρόλαβε ο πόλεμος. Αυτή έτρεξε κατευθείαν στην αγκαλιά μου το μόνο που είπε ήταν «Υποσχέσου μου ότι θα γυρίσεις» τότε της απάντησα «Θα γυρίσω, θα γυρίσω νικητής Αγγελική μου, θα τους πετάξουμε τους Ιταλούς στην θάλασσα. Και όταν με το καλό γυρίσω θα παντρευτούμε».τότε, εκείνη έβγαλε κάτι από την τσέπη του φουστανιού της και μου το έδωσε «Είναι ένα φυλακτό, μου είπε, θα σε φυλάει, μην το αποχωριστείς στιγμή, να το ‘χεις πάντα μαζί σου και βλέποντάς το να με θυμάσαι».Εγώ την ευχαρίστησα και την φίλησα στο μέτωπο. Τότε πήγα κοντά στην μητέρα μου «Μην ανησυχείς της είπα, θα γυρίσω». Αποχαιρέτησα τον πατέρα μου και τις αδελφές μου και μπήκα στο τρένο. Νωρίς το απόγευμα φθάσαμε στην Θεσσαλονίκη, αποβιβαστήκαμε από το τρένο. Πολύς κόσμος στις αποβάθρες. Στρατιωτικά αυτοκίνητα μας περίμεναν έξω από τον σταθμό. Επιβιβαστήκαμε στριμωγμένοι και μας οδήγησαν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Αμέσως πήγαμε στα εστιατόρια για φαγητό, πρόχειρα πράγματα, πατάτες στον φούρνο και μισό καρβέλι ψωμί για τρία άτομα. Μετά μας οδήγησαν στην αίθουσα εφοδιασμού. Εκεί μας έδωσαν τα στρατιωτικά ρούχα, ορισμένα εφόδια και όλον τον απαραίτητο οπλισμό. Άρχισε να σουρουπώνει, όταν στρατιωτικά οχήματα (ΡΕΟ) έφθασαν στο στρατόπεδο, οι στρατιώτες στριμώχθηκαν στις καρότσες, εγώ ως αξιωματικός ήμουν συνοδηγός σε ένα από τα οχήματα. Δρόμος πολύς έως τα Γιάννενα.
30 Οκτωβρίου 1940
Με το χάραμα φθάσαμε στα Γιάννενα. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού ανά δύο ώρες κάναμε στάση για να αλλάξει ο οδηγός. Ο στρατιώτης που ήδη οδηγούσε πήγαινε πίσω στην καρότσα και ένας άλλος ερχόταν να τον αντικαταστήσει. Εγώ παρότι ήμουν πολύ κουρασμένος δεν μπόρεσα να κοιμηθώ καθόλου, το μυαλό μου ήταν συνέχεια σε επαγρύπνηση. Μόνο μίση ώρα πριν φτάσουμε ίσα ίσα που έκλεισα τα μάτια μου. Όλοι ήμασταν πολύ ταλαιπωρημένοι από ολονύκτιο ταξίδι. Οδηγηθήκαμε σε ένα στρατόπεδο και χωριστήκαμε σε διμοιρίες και λόχους. Και αμέσως μετά ανά τακτά χρονικά διαστήματα φεύγαμε για το μέτωπο. Ο τόπος προορισμού μου ήταν το Καλπάκι. Σταματήσαμε αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Ο φόβος των βομβαρδισμών από Ιταλικά αεροπλάνα ήταν επίκαιρος. Είχαμε καλυφτεί κάτω απ’ το φύλλωμα των δένδρων κατά μικρές ομάδες, μας μοίρασαν κουραμάνα και βραστά φασόλια. Οι οδηγίες ήταν με το σούρουπο με πεζοπορία να φτάναμε το βράδυ στα χαρακώματα. Οι Ιταλοί είχαν διεισδύσει ήδη αρκετά χιλιόμετρα μέσα στην Ελληνική μεθόριο. Μετά τα μεσάνυκτα φτάσαμε στο μέτωπο. Η διμοιρία μου κάλυψε τα χαρακώματα στο μέτωπο, σ’ ένα ύψωμα αριστερά από το Καλπάκι στις όχθες του ποταμού Καλαμά. Οι οδηγίες ήταν να προετοιμάσουμε τα αμυντικά χαρακώματα.
2 Νοεμβρίου 1940
Από νωρίς το πρωί είχα πάρει την θέση μου στα χαρακώματα. Οι Ιταλοί από χθες επιχειρούσαν να μπουν στα στενά του Καλπακίου. Εμείς όμως δεν τους αφήσαμε και ούτε πρόκειται να τους αφήσουμε να περάσουν. Περιμέναμε την αναμενόμενη επίθεση των Ιταλών. Άλλα ξάφνου ο ουρανός κατακλύσθηκε από Ιταλικά βομβαρδιστικά που εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση. Μια οβίδα έπεσε κοντά μου και τα θραύσματα της τραυμάτισαν το αριστερό μου πόδι. Τότε ένας φαντάρος βλέποντας την κατάστασή μου, με πήρε αγκαλιά και με πήγε στο κινητό νοσοκομείο για να μου προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Ο γιατρός πήρε μία τσιμπίδα και άρχισε να βγάζει τα θραύσματα από το πόδι μου, ο πόνος ήταν αφόρητος. Αφού τελείωσε εξέτασε το τραύμα και μετέπειτα μου έδωσε μία αλοιφή και τύλιξε το πόδι μου με μία γάζα. Μόλις τέλείωσε η εξέταση πήγα να σηκωθώ μα τότε κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να κουνήσω το πόδι μου. Τότε τον λόγο πήρε ο γιατρός « Η κατάσταση του ποδιού σου είναι πολύ σοβαρή. Θα χρειαστεί να μεταφερθείς στα Γιάννενα, εγώ έκανα ότι μπορούσα για να αποτρέψω της μόλυνση. Ελπίζω μόνο να μην χρειαστεί να σου κόψουν το πόδι». Τα λόγια του γιατρού με τάραξαν. Το μόνο που ήλπιζα ήταν να γίνω όσο το συντομότερο καλά. Ήμουν πολύ εξουθενωμένος και έπεσα κατευθείαν για ύπνο.
3 Νοεμβρίου 1940
Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Εγώ παρά τον αφόρητο πόνο, προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος. Ο διοικητής είχε διατάξει κάποιους στρατιώτες να βάλουν εμένα και τους άλλους τραυματίες στα στρατιωτικά αυτοκίνητα και πριν ξημερώσει να μας μεταφέρουν στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Όμως λίγο πριν ξεκινήσουμε, ξέσπασε χιονοθύελλα και μας έκοψε τον δρόμο. Λίγο πριν χαράξει η χιονοθύελλα είχε κοπάσει, και έτσι ξεκινήσαμε για το νοσοκομείο. Τα Γιάννενα ήταν κοντά. Ήμουν τόσο εξουθενωμένος, σε όλη την διάρκεια της διαδρομής κοιμόμουνα. Όμως, ξαφνικά ξύπνησα από τις φωνές των στρατιωτών. Σίγουρα θα είχαμε φτάσει στα Γιάννενα, σήκωσα το κεφάλι μου για να δω. Αυτό που αντίκρισα ήταν απερίγραπτο. Τα Γιάννενα είχαν βομβαρδιστεί από τους Ιταλούς. Σχεδόν τίποτα δεν είχε μείνει όρθιο, παντού υπήρχαν χαλάσματα. Χωρίς καμία στάση, πήγαμε αμέσως στο νοσοκομείο. Το νοσοκομείο ετοιμόρροπο, λίγοι γιατροί είχαν μείνει στο κτήριο και πάσχιζαν να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς. Ο στρατιώτης που ήταν υπεύθυνος για την μεταφορά μας πήγε να συζητήσει με τον γιατρό. Μετά από λίγα λεπτά ήρθε κοντά μας « Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ, μας είπε, το νοσοκομείο είναι ετοιμόρροπο και δεν έχει αρκετούς γιατρούς, θα πάμε στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης». Από όσο ήξερα θα κάναμε δύο στάσεις, μία στη Καλαμπάκα και μία στη Λάρισα. Το ταξίδι ήταν μεγάλο.
5 Νοεμβρίου 1940
Ανοίγοντας τα μάτια μου το μόνο που αντίκρισα ήταν ένας γιατρός, ο οποίος στεκόταν από πάνω μου και με εξέταζε. Το κεφάλι μου γύριζε και αισθανόμουν ότι κοιμόμουν για χρόνια. Λογικά ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά πότε προλάβαμε και φτάσαμε; Ο γιατρός βλέποντας την ανήσυχη έκφραση του προσώπου μου κάθισε δίπλα μου και άρχισε να μου εξηγεί « Έχασες τις αισθήσεις σου λόγο της μεγάλης απώλειας αίματος, πάντως μην ανησυχείς τώρα είσαι μια χαρά». Έχοντας ξεπεράσει το αρχικό σοκ προσπάθησα να κουνηθώ, μα δεν μπορούσα κάτι βαρύ και ογκώδες με εμπόδιζε, ήταν ο γύψος που φορούσα στο αριστερό μου πόδι. Με την ανησυχία έκδηλη στο πρόσωπό μου ρώτησα τον γιατρό «Θα ξαναπερπατήσω;». Εκείνος μου είπε « Μην ανησυχείς σε τρεις μήνες το πολύ θα έχεις βγάλει τον γύψο και θα μπορείς να περπατάς κανονικά, το μόνο που ίσως μείνει στο πόδι σου είναι μερικές ουλές. Όσο καθαρίζαμε τα τραύματα διαπιστώσαμε ότι οι πληγές είναι αρκετά βαθιές, όμως μην φοβάσαι δεν κινδυνεύεις. Είσαι τυχερός που τα θραύσματα δεν σου έκοψαν τις αρτηρίες, ζεις από θαύμα». Εγώ τον ευχαρίστησα για την δουλεία του και μετέπειτα αυτός έφυγε. Παρότι κοιμόμουν αρκετές ώρες, ήμουν πολύ κουρασμένος όμως έπρεπε να γράψω ένα γράμμα στην οικογένεια μου και να τους ενημερώσω για την όλη κατάσταση.
8 Νοεμβρίου 1940
Ήταν πρωί, όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα και μου ανήγγειλε την άφιξη της οικογένειας μου. Ήρθαν όλοι κοντά μου. Η μητέρα μου με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο « Πως είσαι παιδί μου, με ρώτησε, ήρθαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε». «Είμαι μια χαρά» της απάντησα. Τότε δίπλα μου ήρθε η Αγγελική «Ξέρεις πόσο ανησύχησα, μου είπε, ο γιατρός μας είπε ότι ζεις από θαύμα». Εγώ τους κοίταξα όλους χαμογελαστός και τους ρώτησα τα νέα τους. Άρχισαν να μου αφηγούνται τα γεγονότα των περασμένων ημερών και εγώ με την σειρά μου τις λιγοστές περιπέτειες μου στο μέτωπο. Η μέρα πέρασε ευχάριστα, ώσπου ήρθε η ώρα να φύγουν. Τους αποχαιρέτησα και έμεινα πάλι μόνος μου.
22 Νοεμβρίου 1940
Πλέον είμαι πολύ καλύτερα. Οι μέρες στο νοσοκομείο κυλάνε ήρεμα. Ενημερώνομαι καθημερινά για τα νέα στο μέτωπο. Ήταν 10 το πρωί όταν ξαφνικά ένας γιατρός μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα κρατώντας μία εφημερίδα και φωνάζοντας «Πήραμε την Κορυτσά, πήραμε την Κορυτσά». Όλοι αρχίσαμε να πανηγυρίζουμε, πλέον οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση.
25 Νοεμβρίου 1940
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας βρήκα έναν απρόσμενο επισκέπτη να με περιμένει, ήταν ο Παύλος, ο φίλος μου. Μα πώς είχε έρθει από το μέτωπο; Βλέποντας με ξύπνιο με καλημέρισε και άρχισε να μου εξηγεί τον λόγο της επίσκεψής του «Με έστειλε ο διοικητής για να δω την κατάσταση των τραυματιών και επί της ευκαιρίας σου έφερα και αυτά». Μου έδωσε ένα πακέτο και συνέχισε να μιλάει «Εσύ τι κάνεις; Ελπίζω να πάει καλύτερα το πόδι σου». « Μια χαρά, του είπα, ξέρεις ακόμα σου χρωστάω χάρη αν δεν με έπαιρνες τότε από τα χαρακώματα, ούτε εγώ ξέρω που θα ήμουν τώρα». «Μην το ξαναπείς αυτό, μου είπε, εγώ έκανα απλά το καθήκον μου σαν καλός φίλος». Τότε τα μάτια μου έπεσαν πάνω στο πακέτο που είχε αφήσει δίπλα μου « Τι είναι αυτό;» ρώτησα. « Είναι γράμματα, ήρθαν στο μέτωπο όσο έλειπες. Μάλλον είναι από την οικογένεια σου». Τον ευχαρίστησα και μετέπειτα αυτός έφυγε « Πρέπει να φύγω» μου είπε. Άνοιξα το πακέτο και άρχισα να διαβάζω τα γράμματα. Ήταν από την οικογένεια μου.
8 Δεκεμβρίου 1940
Έχει περάσει περίπου ένας μήνας από τον τραυματισμό μου και πλέον είμαι πολύ καλύτερα. Ο γιατρός μου είπε ότι η κατάσταση του ποδιού μου βελτιώνεται συνεχώς και στις αρχές του Φεβρουαρίου θα βγάλω τον γύψο. Ήμουν πολύ χαρούμενος αφενός μεν διότι η υγεία μου καλυτέρευε και αφετέρου για την απελευθέρωση του Αργυρόκαστρου από τους Έλληνες. Πλέον δεν θα μας σταματήσει τίποτα.
11 Ιανουαρίου 1941
Οι μέρες κυλάνε γρήγορα. Δεν το πιστεύω ότι πέρασαν δύο μήνες από τον τραυματισμό μου. Σε ένα μήνα θα βγάλω τον γύψο και θα μπορώ να περπατάω. Έχω τόσο καιρό να κουνήσω το πόδι μου που μου φαίνεται ότι ξέχασα πώς να περπατάω. Καθημερινά στο νοσοκομείο έρχονται εφημερίδες που άλλοτε υμνούν τα κατορθώματα και τις πολεμικές ικανότητες των Ελλήνων στρατιωτών και άλλοτε σατιρίζουν τον Χίτλερ και τον σύμμαχό του Μουσολίνι. Η σημερινή έγραφε για την κατάληψη της στενωπού της Κλεισούρας από τους Έλληνες.
4 Φεβρουαρίου 1941
Σήμερα θα έβγαζα τον γύψο. Το πρωί ήρθε ο γιατρός μαζί με όλα τα απαραίτητα σύνεργα για την αφαίρεση του γύψου. Σε μισή ώρα είχε τελειώσει. Το μόνο που είχε μείνει στο πόδι μου ήταν μερικά σημάδια. Δεν άντεχα την αναμονή, ήθελα να περπατήσω. Ο γιατρός με σήκωσε και κάθισε δίπλα μου για να δει τα αποτελέσματα. Εγώ έκανα πρώτα ένα βήμα με το δεξί πόδι και μετά πήγα να κουνήσω και το αριστερό, μα δεν μπορούσα και σωριάστηκα στο έδαφος. Ο γιατρός φώναξε κάποιες νοσοκόμες και με σήκωσαν, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Μα έπρεπε να περπατάω. Γιατί δεν μπορώ; Τι δεν πήγε καλά; Αναρωτήθηκα. Ο γιατρός θέλοντας να με καθησυχάσει μου είπε «Μην ανησυχείς είναι ακόμα νωρίς για να κρίνουμε, αύριο θα ξαναδοκιμάσουμε». Μην θέλοντας να σκέφτομαι έπεσα κατευθείαν για ύπνο.
5 Φεβρουαρίου 1941
Νωρίς το πρωί ήρθε ο γιατρός. Έπρεπε να ξαναπροσπαθήσω να περπατήσω. Μα, εγώ δεν ήθελα ήμουν πεπεισμένος ότι δεν μπορώ και δεν ήθελα να πέσω κάτω άλλη μια φορά, ανήμπορος να κάνω το οτιδήποτε. Όμως τελικά ο γιατρός με έπεισε. Με σήκωσε και έκανα ένα βήμα με το δεξί πόδι. Ο γιατρός χάρηκε. Εγώ ήμουν απαισιόδοξος, και την προηγούμενη φορά ένα βήμα έκανα και μετά έπεσα. Μετέπειτα προσπάθησα να κάνω ένα βήμα με το αριστερό. Ήμουν σίγουρος ότι θα πέσω όμως προς μεγάλη μου έκπληξη περπάτησα. Κατάφερα και περπάτησα. Το βήμα μου ήταν μεν μικρό και αδύναμο αλλά δεν έπαυε να είναι μία ελπίδα. Ο γιατρός χαρούμενος για το αποτέλεσμα με χτύπησε φιλικά στην πλάτη, μου είπε «Είδες που σου τα ’λεγα, σε λίγες μέρες θα περπατάς κανονικά. Τώρα ξεκουράσου». Και αυτό έκανα ξεκουράστηκα.
13 Φεβρουαρίου 1941
Μετά από αρκετές προσπάθειες επιτέλους τα κατάφερα και περπατάω κανονικά. Ο διοικητής μου στο μέτωπο έχει ήδη ενημερωθεί για την κατάσταση μου, από στιγμή σε στιγμή περίμενα να με ανακαλέσουν στο μέτωπο. Εκείνη την στιγμή ήρθε μία νοσοκόμα και μου έδωσε μία υπηρεσιακή επιστολή. Την πήρα και την ευχαρίστησα. Ήταν από την στρατολογία, την άνοιξα και άρχισα να την διαβάζω. Σύμφωνα με την επιστολή, λόγω του τραυματισμού μου με απάλλασσαν ως έφεδρο από την στρατιωτική μου θητεία, η επιστολή μνημόνευε επίσης ότι είχα την δυνατότητα να ξανακαταταγώ στο στράτευμα εθελοντικά. Μα πως είναι δυνατόν να πάω σπίτι μου, έπρεπε να πολεμήσω για να υπερασπιστώ την πατρίδα μου. Πως μπορώ εγώ να κάθομαι αμέριμνος στο σπίτι μου όταν η πατρίδα κινδυνεύει; Είχα ακούσει ότι γίνονται οχυρωματικά έργα για την προστασία των συνόρων της Ελλάδος. Έτσι μην μπορώντας να πάω στο μέτωπο προσφέρθηκα να πάω εκεί. Συνέταξα μία απάντηση στην στρατολογία και παρακάλεσα την νοσοκόμα να την στείλει.
20 Φεβρουαρίου 1941
Πριν από το μεσημέρι έλαβα την απάντηση από το στρατολογικό γραφείο. Με διέταξαν να παρουσιαστώ εντός τριών ημερών στην στρατολογία της Δράμας όπου θα μου ανακοίνωναν και την μονάδα μου. Τις τελευταίες μέρες είχαν τελειώσει και οι ιατρικές μου εξετάσεις και αισθανόμουν πλέον πολύ καλά, δεν πρόλαβα να τελειώσω το διάβασμα της επιστολής, όταν μπήκε ο γιατρός και μου ανακοίνωσε ότι μπορούσα να πάρω το εξιτήριο μου από το νοσοκομείο. Αμέσως ετοίμασα τα λιγοστά πράγματά μου και πήγα στην διεύθυνση του νοσοκομείου, ρώτησα εάν υπήρχε κανένα μέσο να με οδηγήσει στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί προς μεγάλη μου έκπληξη μου έδωσαν ένα φάκελο που περιείχε το εισιτήριο μου καθώς και λίγα χρήματα που κάλυπταν τα οδοιπορικά μου έξοδα. Ένα όχημα του νοσοκομείου με μετέφερε στον σταθμό, το τρένο για την Δράμα έφευγε στις 6 ώρα το απόγευμα. Επιβιβάστηκα και αναπολώντας διάφορες παραστάσεις από το μέτωπο, το νοσοκομείο και τις οικογενειακής μου ζωής αποκοιμήθηκα κουρνιασμένος στο κάθισμά μου. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα άκουσα μία φωνή «Φθάνουμε στην Δράμα» φώναξε στο διάδρομο ο εισπράκτορας του τρένου. Μετά αρκετούς μήνες πάτησαν τα πόδια μου στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Το σπίτι μου δεν απείχε πολύ από τον σταθμό. Σε ένα τέταρτο ήμουν έξω από την εξώπορτα. Χτύπησα την πόρτα φωνάζοντας «Μαμά, μπαμπά, ο Λευτέρης είμαι», φώναζα ούτως ώστε να μην του τρομάξω, λογικά θα κοιμόντουσαν. Σε λίγο όλη η οικογένεια γίναμε μία αγκαλιά. Χαρά και δάκρια μαζί. «Παλικάρι μου» έλεγε ο πατέρας μου. Η αδελφή μου ειδοποίησε και την Αγγελική. «Να σου ετοιμάσω κάτι αν φας» είπε η μητέρα μου. Σε λίγο όλη η οικογένεια ήταν γύρω από το τραπέζι. Αισθάνθηκα πολύ περήφανα όταν τους ανακοίνωσα την απόφασή μου να καταταγώ εθελοντικά ξανά στο στράτευμα. «Μπράβο παιδί μου» ξεστόμισε ο πατέρας μου. Πέρασε αρκετή ώρα και όλοι λαχταρούσαν αν με ακούσουν. Ο ύπνος δεν κολλούσε σε κανέναν. Άρχισε να ξημερώνει πια. «Άντε να κοιμηθούμε και λίγο, είπε η μητέρα και αύριο μέρα είναι».
21 Φεβρουαρίου
Ξύπνησα λίγο μετά το μεσημέρι. Όλοι με περίμεναν στο σαλόνι. Τα μάτια τους έλαμπαν από χαρά. Η μητέρα μου ετοίμασε για φαγητό ότι το καλύτερο μπορούσε να κάνει. Μετά το φαγητό ανέβηκα στο δωμάτιό μου για να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Η μητέρα μου το αντιλήφθηκε αμέσως «Μείνε σήμερα στο σπίτι σου παιδί μου» μου είπε. «Μπορείς να παρουσιαστείς και αύριο, σε παρακαλώ παιδί μου δώσε μας αυτή την χαρά. Σκέψου και εμάς που σε αγαπάμε. Μείνε ακόμα λίγο μαζί μας». Έτσι και έγινε, το απόγευμα περπάτησα λίγο στους δρόμους της πόλης. Το αίσθημα του πολέμου ήταν κυρίαρχο παντού. Πήγα και στο Ινστιτούτο καπνού. Τα άτομα που είχαν μείνει στην δουλεία τους, με υποδέκτηκαν με χαρά. Λίγα λόγια και περισσότερα συναισθήματα. Μετά πήγα στο σπίτι της Αγγελικής. Στα μάτια της διέκρινα μία απέραντη ανησυχία. Συναισθήματα ανάμεικτα. Ανθρώπους που αγαπάς από τη μια και από την άλλη η ελευθερία της πατρίδας.
22 Φεβρουαρίου 1941
Ξύπνησα πριν την ανατολή του ηλίου και κατέβηκα στην κουζίνα. Η μητέρα μου ήταν ήδη ξύπνια. Μου ετοίμασε το πρωινό μου. Αισθανόμουν ότι δεν με χωρούσε ο τόπος το μυαλό μου ήταν στο μέτωπο. Χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει ευτυχία. Σε λίγο όλη η οικογένεια ήμασταν στο πρωινό τραπέζι. Κανένας δεν είχε διάθεση να μιλήσει. Η μητέρα μου, μου ετοίμασε τον σάκο μου. Μόνο ο πατέρας μου με συνόδευσε στην στρατολογία. Εκεί έμαθα ότι η νέα μου μονάδα ήταν το οχυρό Λίσσε στην γραμμή Μεταξά. Ένα στρατιωτικό όχημα με μετέφερε στην νέα μου μονάδα, μαζί με τα εφόδια που προοριζόταν για το στράτευμα. Γύρω στις 2 η ώρα μετά το μεσημέρι παρουσιάστηκα στο διοικητή της μονάδας μου στο οχυρό Λίσσε. Μου ανατέθηκε η πρώτη διμοιρία και αμέσως μετά έλαβα γνώση των δεδομένων και της κατάστασης που επικρατούσε.
1 Μαρτίου 1941
Το οχυρό ήταν καταπληκτικό από αρχιτεκτονικής απόψεως. Ήταν κατασκευασμένο σε βραχώδη λόφο ύψους περίπου 200 μέτρων. Το ανάπτυγμα των υπόγειων καταφυγίων του ήταν γύρω στα 800 μέτρα και το μήκος των στοών του 950 μέτρα, ενώ 330 σκαλοπάτια συνέδεαν το πολυώροφο οικοδόμημα. Η φρουρά του οχυρού αποτελούνταν από περίπου 450 άνδρες και διέθετε 10 απλά και 5 διπλά πυροβολεία, 4 αντιαρματικά, 2 ολμοβολεία, 8 παρατηρητήρια και 9 εξόδους.
20 Μαρτίου 1941
Νωρίς το πρωί ο διοικητής των οχυρών κάλεσε στο γραφείο του, εμένα και όλους τους άλλους αξιωματικούς μονίμους και εφέδρους. Μας ανακοίνωσε ότι η Βουλγαρία είχε εισχωρήσει στο άξονα και ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν να χτυπήσουν την Ελλάδα δια μέσου των βουλγαρικών εδαφών. Η αμυντική γραμμή θα ενισχυόταν με άνδρες και οπλισμό. Είχαμε τεθεί ήδη σε επιφυλακή.
6 Απριλίου 1941
Δεν είχε χαράξει ακόμη όταν χτύπησε ο συναγερμός του οχυρού. Οι Γερμανοί πέρασαν τα σύνορα με πολύ ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις και κατευθύνονταν προς τα οχυρά. Όλοι ήμασταν στις θέσεις μας. Ο γερμανικός στρατών της 72ας Μεραρχίας με την υποστήριξη του πυροβολικού και κατόπιν ισχυρών βομβαρδισμών της αεροπορίας προελαύνουν από το κάτω Νευροκόπι στο λεκανοπέδιο και γύρω στις 11 η ώρα φτάνουν μπροστά στο οχυρό. Επικοί αγώνες γίνονται γύρω και πάνω στο οχυρό.
7 Απριλίου 1941
Οι επιθέσεις των Γερμανών συνεχίζονται. Καμία περιγραφή, όσο λεπτομερής και αν είναι και κανένα σχήμα λόγου δεν θα ήταν ικανά να αποδώσουν το απαράμιλλο θάρρος, την περιφρόνηση στον θάνατο. την ανδρεία και λεβεντιά των στρατιωτών. Όσες φορές οι Γερμανοί κατόρθωσαν κατόπιν σφοδρών βομβαρδισμών να εισέλθουν εντός των υπογείων στοών των οχυρών ,τους απωθήσαμε με αυτοθυσία. Από τον ασύρματο μαθαίναμε ότι η άμυνα και στα γειτονικά οχυρά του Πυραμιδοειδούς, της Μαλιάγκας και της Κρέστης ήταν ισχυρή. Υπήρχαν απώλειες θάνατοι , τραυματισμοί. Οι εικόνες δεν περιγράφονται.
8 Απριλίου 1941
Από νωρίς το πρωί καθηλώσαμε τους Γερμανούς στον κάμπο του Νευροκοπίου τους είχαμε σχεδόν εξουδετερώσει. Τρεις λόχοι λάβαμε την εντολή να καταλάβουμε τα υψώματα γύρω από το Νευροκόπι. Με το σούρουπο ξεκινήσαμε την αντεπίθεση. Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Αργά το βράδυ καταλάβαμε τα υψώματα και απωθήσαμε τους Γερμανούς . Ένα νέο έπος της ανδρείας των Ελλήνων γεννιόταν.
9 Απριλίου 1941
Μέχρι το μεσημέρι ελέγχαμε το λεκανοπέδιο του Νευροκοπίου και τα γύρω υψώματα. Γύρω στις τέσσερις το μεσημέρι μας κάλεσε ο διοικητής των οχυρών κρατούσε ένα έγγραφο τηλεγράφου τα χέρια του έτρεμαν και ήταν βουρκωμένος με τρεμάμενη φωνή μας ανακοίνωσε. Ο ι Γερμανοί πήραν την Θεσσαλονίκη και υπογράφηκε συνθηκολόγηση . Διατάχθηκε οπισθοχώρηση των ελληνικών προκαλύψεων των οχυρών. Κατηφείς με τα κεφάλια κάτω επιστρέψαμε στις στοές του οχυρού. Κανένας δεν μιλούσε. Πως είναι δυνατόν σκεφτόμουν. Πως έγινε αυτό . αφού τους νικήσαμε.
10 Απριλίου 1941
Νωρίς το πρωί οι Γερμανοί παρελαύνοντας έφθασαν ως τους πρόποδες του οχυρού. Εμείς με τον οπλισμό μας βγήκαμε από το οχυρό. Νικητές στην ψυχή. Η μάχη κρίθηκε με την συνθηκολόγηση. Τα λόγια πλέον είναι περιττά, συναισθήματα θλίψης κυριαρχούν.
Σοφία-Μαρίνα Κωνσταντινίδου, συγγραφέας του ημερολογίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου